Μία φανταστική ηρωίδα που απλώς ξέχασε…

Κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό σφίγγοντας τα δόντια. Τα σύννεφα κάλυπταν την επιφάνεια του γκρίζου θόλου σαν ατρόμητοι φρουροί. Προστάτευαν τον ήλιο ή πιο αληθινά τον κρατούσαν αιχμάλωτο στην χειμερινή φυλακή του Κόσμου. Τον περικύκλωναν και τον αποτραβούσαν από την γυναίκα του τη γη.

Κατέβασε τα μάτια και αντίκρισε το φανάρι που της φώναζε να περάσει στην απέναντι μεριά. Παρατήρησε τα σταματημένα βουβάλια δεξιά και σκέφτηκε ότι αν μπορούσαν θα την κατέτρωγαν με την πρώτη ευκαιρία. Άπλωσε το πόδι και περπάτησε την εχθρική άσφαλτο με κρύα καρδιά και παγωμένο μυαλό.

Επόμενο στάδιο: το πεζοδρόμιο. Ήταν πάντα μια ευθεία, ξερή, όπως και η αίσθηση στον λαιμό της. Όπως και η αίσθηση στην κάθε μέρα που έτρεχε για να την ζήσει, όχι όπως ήθελε, αλλά όπως έπρεπε. Έτσι όπως την συμβούλευαν οι γονείς, όπως την πρόσταζαν οι καθηγητές, όπως δεδομένα θεωρούσαν οι φίλοι…

Άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της για να μπορεί να αγγίζει όλα τα μαύρα κάγκελα, καθώς θα περνούσε δίπλα τους. Τα αυτιά της βούιζαν από το μουγκρητό των βουβαλιών που τώρα έτρεχαν σαν να ήθελαν να προλάβουν κι εκείνα τη ζωή. Μόνο που αυτά, κάπως ειρωνικά, πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η πόλη είχε κι εκείνο το μεσημέρι το χρώμα του τίποτα. Γκρι ήταν ο ουρανός, γκρι ήταν και ο δρόμος. Στις ίδιες αποχρώσεις οι τοίχοι και σε παραπλήσιες οι ξεβαμμένες αφίσες πάνω τους. Ο ορίζοντας κολλούσε πάνω στο πεζοδρόμιο και στα παρατημένα γυαλιά. Η ομίχλη καθόταν πάνω στους βαριεστημένους κορμούς των δέντρων.

Τα κάγκελα σταμάτησαν σ’ ένα σημείο και το χέρι της έμεινε στον αέρα. Έμεινε κι αυτή σαν να ξέχασε κάτι. Συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό. Ίσως και τα πάντα.

Δεν θυμόταν τι έφαγε εχθές, τι της είχε πει η καλύτερή της φίλη, πώς έλεγαν τον σκύλο της. Δεν θυμόταν που ήταν το σπίτι της και πόσο χρονών ήταν. Από πού ερχόταν και που πήγαινε. Τι μέρα ήταν και τι ήθελε.

Ξέχασε πως είναι να ουρλιάζεις και πώς να χορεύεις χαμογελαστή στη μέση του δρόμου. Πώς είναι να αγκαλιάζεις όλους τους ανθρώπους και να τους τραγουδάς χωρίς να τους ξέρεις. Πώς είναι να φοράς ότι θέλεις και πώς να γελάς κάθε μέρα. Πώς είναι να λες τι αισθάνεσαι και πως όταν φιλάς. Πώς είναι να μην γνωρίζεις τον φόβο.

Τρόμαξε, εκεί, κοκαλωμένη, γιατί κατάλαβε ότι ξέχασε να ζει.

Με αγάπη,

Αλεξάνδρα

Advertisements

10 thoughts on “Μία φανταστική ηρωίδα που απλώς ξέχασε…

    1. Καλώς ήρθες Theorema!
      Ευχαριστώ. Όντως η αλήθεια είναι πάντοτε τρομακτική. τρομερή σαν σκηνή από θρίλερ! Και ακόμα χειρότερη, μερικές φορές…
      Καλό σου απόγευμα και καλή συνέχεια 🙂

    1. Ναι, αγαπητή joker αυτό είναι το καλό της υπόθεσης. Η ηρωίδα το κατάλαβε και νομίζω πως στην συνέχεια της ζωής της, στο δικό της σύμπαν, θα βρει τον δρόμο που της ανήκει!

      🙂
      Καλή συνέχεια να έχεις!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s