Το τρένο της απελευθέρωσης (μέρος πρώτο…)

Σε κλάσματα δευτερολέπτου η μικρή είχε ανεβεί τα μαρμάρινα σκαλιά και στεκόταν ήδη στην πολύβουη αποβάθρα. Έσφιγγε τα λουριά γύρω από τους ώμους της, όπως έσφιγγε και τα δόντια της, όχι από φόβο, αλλά από ενθουσιασμό. Το έκανε συχνά, όταν της ερχόταν να χαμογελάσει και ήταν μόνη της σε ένα μέρος με πολύ κόσμο. Στιγμές που εκείνη ήθελε να χορέψει στη μέση του δρόμου, αλλά δεν μπορούσε ,γιατί δεν είχε κάποιο συνοδό και τα βλέμματα της περιέργειας και της αποδοκιμασίας την κούραζαν. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά κακά που είχαν οι περισσότεροι άνθρωποι, εκείνοι οι ξένοι που ζούσαν μέσα στην προσωπική τους φούσκα ,την γυάλα, την χρυσή φυλακή τους. Εκείνοι οι μορφωμένοι, οι πλούσιοι, οι μεγάλοι, οι υποκριτές και οι φτωχοί  που θεωρούσαν τους εαυτούς τους απελευθερωμένους αλλά στην ουσία έβαζαν τόσους περιορισμούς στη ζωή τους και στην κάθε τους μέρα που την έκαναν να αμφισβητεί συνεχώς τον όρο της ελευθερίας.

Έπνιξε ένα ακόμη χαμόγελο και κατάπιε την επιθυμία της να χορέψει. Ναι, ναι… ήταν φορές που λειτουργούσε κι αυτή σαν εκείνους… Μη απελευθερωμένη.  Έτσι, της είχαν μάθει οι άλλοι. Εκείνη, όμως; Εκείνη τι ήθελε; Ήθελε να μοιάσει σε εκείνους που αγριοκοιτούν όσους  χαμογελούν; Κοίταξε γύρω της, για να ψάξει. Για να ξεχωρίσει ποιοι από τους μελλοντικούς συνεπιβάτες της ανήκαν στην ‘’μαύρη λίστα’’. Ταξίδεψε με τα μάτια της όλον τον χώρο για να δει πως ήταν τα μάτια των συνανθρώπων…

Βρήκε μάτια θολά λες και ο καπνός ενός τσιγάρου ήταν φωλιασμένος μέσα τους. Λες και η ζωή ήταν νωθρή, φτωχή και ξεπλυμένη. Η κίνηση ανώφελη και η αποβάθρα σκηνικό ασπρόμαυρης παλιάς ταινίας με μουγγούς ηθοποιούς. Αυτά ήταν τα μάτια ενός φτωχού γέρου με λιωμένο μπουφάν και κιτρινισμένα δόντια και νύχια. Ο καπνός που τα είχε πνίξει  προερχόταν από το τσιγάρο στο χέρι του που κάθε έξι δευτερόλεπτα το ακουμπούσε απαλά στα χείλη του κι έπειτα, το ρουφούσε ηδονικά… Σαν να ήταν το πιο ουσιώδες αντικείμενο στην ζωή του. Όλα τα άλλα πλήρως αδιάφορα…

Τότε έστρεψε το βλέμμα της στον επόμενο συνταξιδιώτη. Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα- κάτι έστεκε λίγο πιο’ κει χωμένη και πνιγμένη μέσα σ’ ένα γυαλιστερό φουσκωτό μπουφάν.  Ξεφυσούσε αγανακτισμένη  κοιτώντας γύρω της αγχωμένη μια τον κόσμο και μια τα παιδάκια που έπαιζαν κυνηγητό γύρω από την άκρη του μπουφάν  της και τσίριζαν χαρούμενα. Τα δικά της μάτια έμοιαζαν πιο πολύ θλιμμένα παρά θολά. Λες και η ζωή μέσα τους ήταν μελαγχολική, κουραστική και μια πλήρης αποτυχία. Η αποβάθρα ήταν κι εδώ μια σκηνή… Ήταν ένα σκηνικό θεάτρου γεμάτο με όλα τα χρώματα της πραγματικότητας μόνο που διέθετε μία και μοναδική ηθοποιό. Ήταν εκείνη η ίδια που ένιωθε τα βλέμματα όλου του κόσμου καρφωμένα πάνω της και ζούσε υπό το βάρος του καθημερινού άγχους και της καθημερινής υποκρισίας σαν μία μαριονέτα που δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να παίζει σωστά τον ρόλο που της είχαν αναθέσει..

Η μικρή τράβηξε τα μάτια της από την κυρία . Κοίταξε το πολυπόθητο τρένο που κατέφτανε τώρα εκεί μπροστά τους. Εκείνο σταμάτησε και άνοιξε τις πόρτες του ξερνώντας όλους αυτούς που φύλαγε – ποιος ξέρει για πόση ώρα – μέσα στη κοιλιά του. Έτρεξε προς τα’ κει με φλογισμένα μάγουλα από την αγωνία. Το καινούργιο χαμόγελο που σχηματίστηκε  στα χείλη της δεν μπόρεσε να το πνίξει. Δεν ήθελε, γι’ αυτό.  Ανέβηκε τα σιδερένια σκαλιά και βρέθηκε στο αποπνικτικό και ζεστό εσωτερικό του βαγονιού. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο και θα είχε το κεφάλι της ήσυχο. Έκατσε ενθουσιασμένη  σε μία θέση στο επόμενο βαγόνι που ήταν σχεδόν άδειο. Δίπλα της ήταν το παράθυρο, που τη συνόδευε σε κάθε ταξίδι της. Ακούμπησε το σακίδιό της στην διπλανή θέση δηλώνοντας έτσι, την θέληση της για απομόνωση. Οι περεταίρω επαφές με τους ξένους  ήταν περιττές και ανούσιες και την έφερναν πάντα σε αμηχανία.

Κοίταξε το εισιτήριο στα χέρια της. Δεν ήταν με επιστροφή κι αυτό την έκανε ακόμη πιο ζωντανή… Αυτό ήταν ελευθερία λοιπόν; Όχι, όχι αυτό ήταν η ψευδαίσθηση της ελευθερίας και όχι το ίδιο το συναίσθημα. Ήταν ελευθερία με προσμείξεις. Ανακάθισε. Κάτι μέσα της χαμήλωσε. Έσκυψε απότομα…  Δεν μπορούσε να πει τι ήταν. Ανακάθισε πάλι ενοχλημένη. Γύρισε το εισιτήριο από την άλλη πλευρά και άρχισε να διαβάζει τις οδηγίες, όπως έκανε κάθε φορά στις μικρές στιγμές ανίας λίγο πριν αρχίσει το ταξίδι.

( συνεχίζεται…)

Advertisements

8 thoughts on “Το τρένο της απελευθέρωσης (μέρος πρώτο…)

  1. αν ήξερα την ώρα και τη μέρα θα περνούσα από την αποβάθρα κρατώντας ένα μικρό τρανζιστοράκι που θα έπαιζε το παρακάτω

    θα έπιανα τη μικρή αυτοστιγμή για να χορέψουμε ξέφρενα τα 2:30 λεπτά που κρατάει το κομμάτι (είναι και μικρό για να μη χάσει το τρένο 🙂 )

    σου ‘χω πει οτι γράφεις όμορφα; αναμένουμε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s