Σημείο του κύκλου (μέρος τέταρτο…)

Την επόμενη μέρα καθότανε στην πολυθρόνα του σαλονιού και κοιτούσε επίμονα το μικρό τετράγωνο  πλαστικό ρολόι , που ήταν ακουμπισμένο στην άκρη του τραπεζιού. Ήτανε απογευματάκι και είχε ήδη βραδιάσει. Οι γονείς της Ανίτας κοιμόντουσαν στην κρεβατοκάμαρα και το σπίτι ήταν ήσυχο σαν να μην βρισκόταν κανείς ανάμεσα στους τοίχους του. Και ο λεπτοδείκτης του ρολογιού γύριζε βασανιστικά κάνοντας ξανά και ξανά κύκλο και περνώντας από όλους τους αριθμούς. Το δώδεκα, το ένα, το δύο… Και ξανά και ξανά.

Η Ανίτα δεν είχε πει τίποτα στους γονείς της  για τον Σταμάτη. Ούτε ότι έκλαψε μόνη της εχθές στο φροντιστήριο χωρίς να τη βλέπει κανείς. Ούτε εκείνοι ήξεραν ότι αυτό ήταν κάτι που έκανε συχνά μόνη της όταν κλεινόταν στο δωμάτιό της χωρίς να δίνει εξηγήσεις. Και πραγματικά μερικές φορές  πίστευε ότι δεν καταλάβαιναν τίποτα για εκείνη. Ότι δεν την αισθανόντουσαν κι ότι δεν μπορούσαν να την καταλάβουν ποτέ. Δεν τους μιλούσε. Ίσως τους ντρεπόταν και δεν τους εμπιστευόταν.

Δεν ήξερε ακριβώς το γιατί απλώς όσες φορές δοκίμασε να κάνει μία αληθινή συζήτηση με την μαμά της, την στιγμή που άνοιγε το στόμα για να μιλήσει, οι λέξεις δεν έβγαιναν και στο τέλος η προσπάθειά της κατέληγε μια τρύπα στο νερό. Όσες φορές ήθελε να πει κάτι σημαντικό σε κάποιον, τελικά, το κρατούσε μέσα της σαν ένα ακόμη επιπλέον βαρίδι και το κουβαλούσε μαζί της μέχρι να το ξεχάσει μόνη της. Μέχρι η ύπαρξή του μέσα της να γίνει δεδομένη.

Δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό στον εαυτό της. Απλά δεν μπορούσε να μιλήσει για τα συναισθήματά της σε κανέναν. Δεν είχε ούτε αδέρφια. Ήταν η μονάκριβη του σπιτιού. Η μοναχοκόρη των γονιών της. Η πριγκίπισσα. Ίσως ακόμα και το κέντρο των δικών τους κύκλων. Ίσως να ήταν και ο ζεστός ήλιος γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν και οι δυο τους υπακούοντας σε μια ανώτερη δύναμη. Πολύ εγωιστική σκέψη, αλλά ήταν στιγμές που η Ανίτα τη θεωρούσε ρεαλιστική. Τα πάντα για την Ανίτα. Το διάβασμα της Ανίτας, οι βαθμοί της Ανίτας, η διατροφή, το ντύσιμό της, οι μαύρες της μπλούζες, η πίστη της στον Θεό. Να μην κρυώσει, να μην πεινάσει, να μην σπάσει ποτέ τα μούτρα της και τρέξει αίμα από τη μύτη της, να μην προδοθεί και να μην προδώσει. Να μην πατήσει το πόδι της στην ζούγκλα η Ανίτα… Να μην χαθεί στο δρόμο και να μην κοιμάται μετά τις έντεκα. Να σωθεί η Ανίτα! Από ποιον;
Όμως τι λέει η Ανίτα; Τι νιώθει και τι θέλει; Τι θέλει αυτή; Τα πάντα για εκείνη χωρίς να την ρωτάει κανείς πως αισθάνεται. Χωρίς να την λογαριάζουν την δική της γνώμη. Και αφού δεν την ρωτούσαν οι γονείς της, πώς να μιλήσει εκείνη μαζί τους; Πώς να ζητήσει τη βοήθειά τους. Πώς να ελευθερωθούν οι λέξεις της ψυχής από τα δεσμά του μυαλού; Ήταν δύσκολο για εκείνη. Κι έτσι προτιμούσε να μην μιλάει ποτέ μαζί τους. Ίσως γι’ αυτό μίλησε στον Σταμάτη… Είχε κουραστεί κι εκείνος ήταν άγνωστος. Δεν ήξερε τίποτα για την ζωή της και δεν θα την κατηγορούσε ποτέ για τίποτα.

Έφερε στα αυτιά της την φωνή του που ανακατευόταν με το βουητό του δρόμου. Σχημάτισε στο μυαλό της την εικόνα του προσώπου του τη στιγμή που τα μάτια του ήταν στραμμένα στον νυχτερινό ουρανό. Ο τρόπος που τράβηξε το μανίκι της μπλούζας του λίγο πριν βγουν έξω από το φροντιστήριο ξεπήδησε μεταμφιεσμένος σε σκέψη μέσα της, όπως κάνει μία μαργαρίτα ανάμεσα στο χάος ενός λιβαδιού.

Με όλες αυτές τις σκέψεις άρχισε να ανυπομονεί περισσότερο. Με Το πάνινο σκονισμένο παπούτσι της ξεκίνησε να χτυπάει νευρικά το πάτωμα του σαλονιού κι αφού πέρασε έτσι τα υπόλοιπα τριάντα δευτερόλεπτα, έσυρε την πλάτη της, που ήταν ακουμπισμένη στην πολυθρόνα, προς τα κάτω και χωμένη στο αναπαυτικό κάθισμα πήρε αγκαλιά το πιο κοντινό μαξιλάρι. Ξεφύσησε. Δέκα λεπτά ακόμα ήθελε για να ξεκινήσει και να πάει στο φροντιστήριο και να τον δει πάλι και να του πει ευχαριστώ…

Και τι ήθελε άραγε; Μόνο αυτό; Και μετά; Θα συνέχιζε να κάνει αυτά που έκανε πάντα σαν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ ή ήθελε κάτι περισσότερο; Χρειαζόταν έναν φίλο τώρα. Κάποιον να την ακούει και να την αγαπάει αληθινά.

Σηκώθηκε απότομα και πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Έτρεξε  γρήγορα στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο κι έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο από το παγωμένο νερό. Το πήρε μέσα της μόνο με μια γουλιά και όταν το ποτήρι άδειασε το ακούμπησε με δύναμη στον πάγκο της κουζίνας, σαν να έφταιγε αυτό το άψυχο για τα ανύπαρκτα και υπαρκτά προβλήματά της. Και ποια ήταν αλήθεια τα προβλήματά της και ήταν πραγματικά μεγάλα; Η Ανίτα νόμιζε πως ναι. Είχε προβλήματα που κανένα  φυσιολογικό κορίτσι δεν είχε.

Ήταν άσχημη, για παράδειγμα, κάτι που αποτελούσε ένα πολύ βαρύ φορτίο για την ίδια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Υπήρχαν πολλά άλλα. Και δεν τα έλεγε σε κανέναν. Στον Σταμάτη, όμως είχε πει κάποια πράγματα…
Κατευθύνθηκε στο σαλόνι και κοίταξε το ρολόι και όταν είδε ότι ήταν η ώρα για να ξεκινήσει, άρπαξε με φούρια και με το ένα χέρι τα κλειδιά από το χαμηλό τραπέζι μπροστά από την πολυθρόνα ενώ με το άλλο, το μπουφάν της από το μπράτσο του καναπέ. Το φόρεσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και βόλεψε τα κλειδιά στην τσέπη του τζιν της. Άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε πάλι πίσω της όσο πιο σιγανά μπορούσε. Κατέβηκε τις σκάλες δυο-δυο, όπως συνήθως. Κάτι που έδειχνε, κατά την γνώμη της, ότι ήταν ακόμη παιδί και δεν είχε βουτήξει  με το κεφάλι στον βούρκο των μεγάλων.

Έξω, ο κόσμος ήταν όμορφος κι ας είχε βραδιάσει. Κι ας ήταν σκοτεινά. Η γειτονιά είχε βάλει τα καλά της. Κίτρινα φωτάκια στόλιζαν το δίπατο σπίτι απέναντι και πολύχρωμα τα μπαλκόνια ενός διαμερίσματος της διπλανής πολυκατοικίας. Μπορούσε να διακρίνει τις κορυφές των φωτεινών χριστουγεννιάτικων δέντρων πίσω από τις τζαμόπορτες των γειτόνων.

Όταν έφτασε χώθηκε στην αίθουσα χωρίς να κοιτάξει γύρω της. Χωρίς να τον ψάξει. Κάθισε στην πλαστική καρέκλα και περίμενε. Να τελειώσουν οι ώρες. Να τελειώσουν τα Αρχαία και η Χημεία. Να περάσουν δύο ώρες προσπάθειας με κανόνες, συνώνυμα και αντώνυμα για εκθέσεις.

Σχόλασαν και οι δύο την ίδια ώρα. Στο διάλλειμα δεν συναντήθηκαν ούτε για μια στιγμή. Η Ανίτα δεν βγήκε από την αίθουσα, παρά μόνο έκατσε υπομονετικά μέσα στους τέσσερις τοίχους και αντάλλαξε μερικά λόγια με κάτι συμμαθήτριες. Για τα αρχαία, το διαγώνισμα στη Φυσική και για μερικά από τα πιο φρέσκα κουτσομπολιά των τελευταίων ημερών. Η Ανίτα προσπάθησε να περιμένει ακούγοντάς τις κουβέντες τους. Ήθελε να έχει χρόνο όταν θα τον έβρισκε τελικά. Όχι, όπως την άλλη φορά που ήρθε ξαφνικά η κυρία Μαρία και διέκοψε  την συζήτησή τους.

Στο σχόλασμα λοιπόν τράβηξε το φερμουάρ του μπουφάν της προς τα πάνω, τύλιξε  το κόκκινο κασκόλ της γύρω από το λαιμό της και δεν έκανε καν την προσπάθεια να ελευθερώσει τα μαλλιά της και να τα σουλουπώσει πρόχειρα. Καληνύχτισε τα κορίτσια με νευρικότητα.

<< Μπα, μπα… Γιατί τόσο βιαστική σήμερα; >>, πετάχτηκε μία από τις κότες, όπως αποκαλούσε τις συμμαθήτριες της η Ανίτα.
<< Δεν ξέρεις μωρέ; Πάει να βρει το πιτσουνάκι της. Εκείνο το παιδί από το 2ο… >>, της απάντησε το κορίτσι που καθόταν δίπλα της κι έπειτα στράφηκε προς το μέρος της Ανίτας που είχε φτάσει μέχρι την πόρτα, <<Καλά δεν τα λέω Ανίτα; Και αλήθεια… Τι λέγατε χθες μόνοι σας έξω; Νόμιζα ότι δεν γνωριζόσασταν >>, είπε με κρυμμένη κακία πίσω από το χαμόγελο της, που κρατούσε πάντα τα προσχήματα, έτσι που να μην μπορείς να την κατηγορήσεις αμέσως και με αποδεικτικά στοιχεία…
Η Ανίτα κάρφωσε τα μάτια της στα δικά της και της χαμογέλασε με ψυχρότητα.

<<  Φαίνεται λάθος νόμιζες… Πρόσεχε, όμως ε; Τώρα τελευταία δεν σου πάει το κατινίστικο… Ξέρεις μετά από καιρό γίνεται κι’ αυτό ανιαρό. Βρες καινούργιο στυλ βρε παιδί μου. Κάτι πιο … πιασάρικο! >>, είπε με μίσος η Ανίτα κι απομακρύνθηκε περήφανη και με το πιγούνι της προς τα πάνω. Περήφανη για τον τρόπο με τον οποίο απάντησε. Απότομα. Πάντα της άρεσε το απότομο.

Όταν ήταν απότομη, ήταν αληθινή και δεν προσποιούταν τίποτα. Ντόμπρα και ξεκάθαρη ξεστομίζοντας σταράτα λόγια σόκαρε αρκετές φορές τους συνομιλητές της. Έτσι έδιωχνε από κοντά της κι αυτούς που δεν άντεχε και αυτούς που δεν την ενδιέφεραν. Της άρεσε. Ένιωθε πιο ελεύθερη. Απελευθερωμένη από κάθε αμφιβολία και πισωγύρισμα . Στηριζόταν στα πόδια της μόνο και δεν είχε ανάγκη την παρέα κανενός.

Βέβαια της φαινόταν και λίγο λάθος αυτή η αντιμετώπιση. Αν η ζωή της ήταν κύκλος εκείνη είχε βουτήξει στο κέντρο. Ή έτσι νόμιζε η Ανίτα.

<< Σταμάτη!>>, τον φώναξε όταν τον είδε να κατεβαίνει τις σκάλες αναψοκοκκινισμένος και λίγο κουρασμένος .

Εκείνος, που κοιτούσε τα παπούτσια του, στο άκουσμα του καλέσματος σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Η Ανίτα τον παρατήρησε από μακριά καθώς κατευθυνόταν προς το μέρος της. Ψηλός, πολύ πιο ψηλός από την ίδια, με λευκή επιδερμίδα και με κάτι λιγοστές ξεθωριασμένες φακίδες να καλύπτουν  τα ζυγωματικά του. Ζεστά καστανά μάτια, λεπτά φρύδια με έντονο αυστηρό σχήμα κι ένα σπαστό καστανόξανθο μαλλί που σγούραινε στις άκρες κι έφτανε λίγο πιο κάτω από τον σβέρκο του. Ο Σταμάτης έμοιαζε –ξαφνικά- επικίνδυνα με άγγελο…

<< Ανίτα;>>, είπε για να είναι σίγουρος, όταν στάθηκε απέναντί της και της χαμογέλασε ευγενικά.

<<Ναι…>>, ψιθύρισε σχεδόν η Ανίτα, <<Με θυμάσαι ε;>>, είπε κι αμέσως μετάνιωσε κι ένιωσε τα μάγουλά της να αλλάζουν χρώμα κι έσφιξε στα χέρια της την άκρη του κασκόλ της λες και δεν ήταν δεκαπέντε, αλλά πέντε χρονών και μόλις ανακάλυπτε τι είναι σωστό και τι ‘’μπούρδα’’. Και αυτό που έκανε ήταν καθαρή μπούρδα!

<< Και βέβαια! Πώς γίνεται να μην σε θυμάμαι; Δεν σε γνώρισα και πριν δέκα χρόνια! Χθες μαζί δεν μιλούσαμε;>>, γέλασε, αλλά δεν την πείραξε το γέλιο του. Ήταν δικαιολογημένο και λογικό σαν αντίδραση.

Θύμωσε με τον εαυτό της ,όμως.

<<Ναι, γι’ αυτό…>>, έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε, << Ήθελα να σε ευχαριστήσω γι’ αυτό… >>, τον είδε που την κοιτούσε ερωτηματικά και συμπλήρωσε με λίγη απροθυμία,<< Χθες που με ρώτησες σου απάντησα και νομίζω ότι αυτό με βοήθησε πολύ… Γενικά… Αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω… Δεν είμαι από τα κορίτσια που εκφράζονται εύκολα και δεν μιλάω ποτέ σε κανέναν τόσο πολύ για’ μένα. Νομίζω ότι η κουβέντα που είχαμε εχθές με βοήθησε να πάω ένα βήμα παραπέρα… Ξέρεις κατάλαβα.. ότι, μάλλον, δίνω σημασία σε βλακείες μωρέ και ασχολούμαι μόνο με τα δικά μου προβλήματα αλλά…>>, τον κοίταξε ανήσυχη,<< Αλλά τι σου λέω κι εσένα τώρα…>>.

Έσκυψε το κεφάλι της για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα του είπε όσο πιο ψυχρά μπορούσε:

<<Ήθελα απλώς να σε ευχαριστήσω.. Οκ; Αυτό>>.

<<Δεν κάνει τίποτα>>, ήταν η απάντηση του Σταμάτη σε όλα αυτά.

Όταν βρέθηκαν έξω στο πεζοδρόμιο, στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε για λίγο σαν να σκεφτόταν.

<<Προς τα που πας;>>, την ρώτησε.

Η Ανίτα του έδειξε με τον αντίχειρα πίσω από τον ώμο της,προς την κατεύθυνση που βρισκόταν το σπίτι της.

<<Δεν σε πειράζει να σε συνοδεύσω, φαντάζομαι… Η μήπως δεν θες να περπατήσεις με κάποιον που σε βοήθησε να ανοιχτείς και να εκφραστείς;>>.

Ανασήκωσε τους ώμους της. Άρχισαν να περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο πάνω στην γυαλιστερή και μαύρη άσφαλτο με το περιστασιακό στρίγγλισμα των αυτοκινήτων να τρυπάει τα αυτιά τους. Δίπλα-δίπλα, όπως δυο καλοί φίλοι που γνωρίζονταν από καιρό. Μετά από μερικά βήματα ακούγονταν κιόλας γέλια.

<< Εντάξει… Ναι, ναι… Αυτό το ανέκδοτο ήταν πραγματικά κρύο!>>, ακούστηκε ένα ηχιτικό κύμα ευχαρίστησης από το στόμα του κοριτσίου.

Το αγόρι άρχισε να γελάει.

( συνεχίζεται… )

Advertisements

8 thoughts on “Σημείο του κύκλου (μέρος τέταρτο…)

  1. καλά το υποψιάστηκα δηλαδή 😉
    έκανα scroll down να δω αν τελειώνει εδώ, είδα αυτό το αιχμηρό «συνεχίζεται», οπότε και αφήνω την ανάγνωση για αυριανές, νηφάλιες στιγμές…
    καλή χρονιά κι από εδώ λοιπόν αγαπημένη φωνούλα, με υγεία και δημιουργικές σκέψεις 🙂

    1. Νέστορα σου στέλνω κι εγώ από’ δω τις ευχές μου!! 🙂
      Θα αναμένω με αγωνία την αντίδρασή σου αγαπημέενε!
      Η γνώμη σου μετράει πολύ για εμένα.
      Σε ευχαριστώ 🙂 🙂
      Καλησπέρες πολλές

  2. Φωνούλα υπέροχο….ακόμα ένα καταπληκτικό επεισόδιο στη σχέση τους…
    μου άρεσε πάρα πάρα πολύ…Το ξέρω οτι έχει καταντήσει κουραστικό να στο λέμε,αλλά περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία(μεγαλύτερη από πριν) το επόμενο μέρος…
    Βγάζουν μια αισιοδοξία οι ιστορίες σου,τις χαίρομαι ειλικρινά!!
    (ps το συνεχίζεται ήταν σαν γροθιά στο στομάχι…μολονότι όταν το τελειώσεις,τα συναισθήματα θα είναι ανάμεικτα,διότι ναι μεν θα έχουμε μάθει το τέλος που θα έχει η ιστορία τους,αλλά ταυτόχρονα θα έχει τελειώσει ένα κείμενο που περιμένουμε με μεγάλη αγωνία κάθε φορά!)
    συνέχισε τα υπέροχα κείμενα!!!
    καλό σου βράδυ!!! 🙂

  3. Ωστε συνεχιζεται λοιπον ! Ποσο χαιρομαι ! 🙂 Πραγματικα,θα μπορουσε να ειναι και η αρχη ενος εξαιρετικου βιβλιου .Μπορω να πω οτι με συγκινησε περισσοτερο απο ολες τις προηγουμενες 3 συνεχειες ..Τοσο οι περιγραφες οσο και οι διαλογοι ηταν απιστευτα ρεαλιστικοι,σχεδον βρεθηκα και εγω στο σπιτι της Ανιτας και στο φροντιστηριο . Μαλιστα,νιωθω σαν να ξερω την κοπελα,τα προβληματα της μου μοιαζουν τοσο οικεια .. Οσο η περιγραφη του Σταματη .. Ασ’το καλυτερα ! Συγχαρητηρια λοιπον ! Οσο πας,κανεις την ιστορια ακομα πιο ενδιαφερουσα !Ηδη αναρωτιεμαι τι θα γινει αργοτερα .. Α,και τις συμμαθητριες .. καλα τις κανονισε το κοριτσι !Πραγματικα χαρηκα με τον τροπο που απαντησε . 😉 Μπραβο καλη μου ! Περιμενουμε με αγωνια την συνεχεια ..

    1. Αγαπητή δεσποινίς, χαίρομαι πάρα μα πάαρα πολύ με τα λόγια σας! Με τιμάνε τόσο… Είναι σημαντική η αποψή σου πάνω στα κείμενά μου, καθώς ξέρεις πόσο σε θαυμάζω κι εσένα και το γράψιμό σου…! 🙂
      Σε ευχαριστώ, να είσαι καλά και να προσέχεις κι εσύ!!

  4. ξεθάρρεψε λοιπόν η Ανίτα… 🙂 όμορφο ξετύλιγμα φωνούλα, είμαι σίγουρος οτι οι συνέχειες θα είναι εξίσου όμορφες!
    καλημέρες 🙂

  5. Καλημέρα φωνούλα μου!
    Δεν θα πω κάτι λιγότερο από τους υπόλοιπους. Το κείμενο σου είναι εξαιρετικό και πραγματικά εξελίσσεται υπέροχα κάνοντας μας να αδημονούμε για την συνέχεια. Αν δεν ήξερα ότι το έχεις γράψει εσύ , θα πίστευα ότι είναι παρμένο από κάποιο μυθιστόρημα. Είναι με μία λέξη υπέροχο!
    Περιμένω τι συνέχεια με αγωνία Αλεξάνδρα μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s