Σημείο του κύκλου (μέρος έβδομο…)

Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου, είχε βγει έξω για να αγοράσει κάποια πράγματα που της ζήτησε η μαμά της από την αγορά. Η Ανίτα δεν της είπε όχι, όπως έκανε πάντα, αλλά αντιθέτως προθυμοποιήθηκε με ένα χαμόγελο. Έτσι λοιπόν, είχε περπατήσει για αρκετή ώρα ανάμεσα στον χαρούμενο κόσμο και είχε χαζέψει πολλές γιορτινές βιτρίνες με χριστουγεννιάτικα στολίδια και λαμπερά φωτάκια.

Είχε περάσει κι από ένα μαγαζί με ρούχα κι είχε μπει στον πειρασμό να μπει μέσα για να πάρει ένα συμβολικό δώρο στον Σταμάτη… Είχε σκεφτεί ένα όμορφο και μαλακό κασκόλ για να τον ζεσταίνει όλες τις κρύες και μοναχικές μέρες του χειμώνα. Κάτι απλό και σημαντικό… Αλλά… Ήταν τόσο δειλή που δεν πέρασε καν την είσοδο του καταστήματος. Παρά μόνο έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο της έχοντας ακόμη στο μυαλό της εκείνη την θολή εικόνα των χεριών του στη μέση της, μια εικόνα που ανήκε στα όνειρά της. Άρχισε να σιγοτραγουδάει το Since I’ve been loving you.

Είχε περάσει μισή ώρα περπατώντας στον δρόμο του γυρισμού, όταν έφτασε στο μικρό πάρκο της γειτονιάς και κοντοστάθηκε για να χαζέψει τα σκουριασμένα κατασκευάσματα που συντελούσαν στην παροδική ευτυχία μερικών μικρών παιδιών. Οι κούνιες και οι τραμπάλες της έμοιαζαν σαν κάτι ξένο τώρα πια, παρόλο που λίγα χρόνια πριν τις λάτρευε και δεν κουραζόταν να περνάει την κάθε μέρα μαζί τους. Τα πάντα ήταν διαφορετικά τώρα… Κοίταξε τους κίτρινους και καφέ σωρούς από  φύλλα που κάλυπταν την μεγαλύτερη επιφάνεια του πάρκου και ένιωσε κάτι μέσα της να παγώνει ακόμη περισσότερο. Έπειτα, το βλέμμα της έπεσε πάνω σε κάτι παιδιά που έκαναν κούνιες και ξεφώνιζαν με ευχαρίστηση ταράζοντας  την γκρι μονοτονία όλων των γύρω δρόμων. Η Ανίτα έκανε να φύγει ,όταν με την άκρη του ματιού της είδε κάτι που την έκανε να σταματήσει, για να σταθεί και να κοιτάξει.

Ένα κορίτσι καθόταν μόνο του σε ένα από τα απομακρυσμένα παγκάκια του πάρκου. Κουνιόταν κάπως παράξενα, όμως… Οι ώμοι της… Έκλαιγε. Έτσι της φάνηκε της Ανίτας κι αποφάσισε να την πλησιάσει αν και αμφέβαλλε. Έσφιξε τις σακούλες μέσα στις χούφτες της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κοριτσιού.

<< Τι έχεις; Γιατί κλαις; >>, ρώτησε τρομαγμένη η Ανίτα.

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με δύο κατακόκκινα μάτια.

<< Το αγόρι μου…>>, είπε τρέμοντας και ξέσπασε  αμέσως σε κλάματα λες και δεν χρειαζόταν καμία άλλη εξήγηση, ώστε να καταλάβει η Ανίτα.

Αφού στάθηκε για μια μικρή στιγμή αμήχανη, η Ανίτα ρώτησε ξανά:

<< Γιατί κλαις; Πες μου… Τι έγινε; >>

Το κορίτσι πήρε μερικά από τα χαρτιά που ήταν ακουμπισμένα δίπλα της, στο παγκάκι, και τα έτεινε στην άγνωστη που την ρωτούσε τι συνέβαινε.

<< Διάβασε >>, ψέλισσε.

Και η Ανίτα έκατσε κι αυτή στο παγκάκι για κάθε ενδεχόμενο…

Μάγδα,
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω γιατί σου γράφω. Γαμώτο… Αλήθεια δεν ξέρω. Πρώτη φορά αισθάνομαι τόσο παράξενα. Τις τελευταίες μέρες δεν νιώθω καλά κι ας μην σου λέω τίποτα. Ξέρω, όμως, ότι το καταλαβαίνεις. Με βλέπεις, ξέρεις. Ήθελα απλώς να σου μιλήσω, αλλά ξέρεις ότι δεν είμαι καθόλου καλός εδώ. Τώρα το έχω ανάγκη, κι ας μην τα διαβάσεις ποτέ όλα αυτά.. Καλύτερα να γίνει έτσι. Δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη έτσι κι αλλιώς. Αυτές τις μέρες κάνω συχνά flashback  και ζω ξανά στιγμές από το παρελθόν. Θυμάσαι; Κάποτε ήθελες να σου περιγράψω γεγονότα από τα παιδικά μου χρόνια. Τότε νόμιζα ότι δεν είχα πολλά να θυμάμαι. Ότι τα είχα ξεχάσει και τα περισσότερα είχαν χαθεί για πάντα. Τώρα μου έρχονται οι εικόνες  από μόνες τους.

Με θυμάμαι καθαρά κάτι Χριστούγεννα, τέτοια εποχή, να κάθομαι στο χαλί του σαλονιού ανακούρκουδα και να παίζω με κάτι κόκκινα πλαστικά αυτοκινητάκια. Να, το θυμάμαι σαν να είναι τώρα! Και θυμάμαι, εκεί κοντά ήταν κι ένας ξάδερφος μου, που δεν έχεις γνωρίσει ακόμη, κι άρχισε να λέει ότι τα παιχνίδια μου ήταν δικά του. Επέμενε. Τσακωθήκαμε κι αυτός άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει. Το πρόσωπό του είχε γίνει πολύ άσχημο και τρομακτικό. Με είχε φοβίσει τότε…

Βλέπω παράξενα όνειρα και ξυπνάω στη μέση της νύχτας ιδρωμένος και με την φανέλα μου υγρή από τον φόβο. Βλέπω εφιάλτες που μετά δεν θυμάμαι. Πώς γίνεται αυτό; Ανοίγω όσο πιο ήσυχα μπορώ, την μπαλκονόπορτα και παίρνω μερικές βαθιές ανάσες. Κοιτάω την κοιμισμένη γειτονιά, την νύχτα όπως απλώνεται και γυρίζω πίσω στο κρεβάτι. Δεν έχω πει τίποτα σε κανέναν, αλλά μερικές φορές φοβάμαι πραγματικά. Φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί…

Θυμάσαι όταν σε είδα για πρώτη φορά; Δεν σου είπα ποτέ πόσο πολύ μου άρεσες τότε. Πιο πολύ, πιο πολύ από ποτέ, γιατί σε είδα και σαν φίλη στην αρχή, αν και ήξερα ότι δεν θα άντεχα για πολύ. Θα με κέρδιζες. Θυμάσαι; Ήσουν η μόνη που δεν μιλούσες. Καθόσουν συχνά μόνη κι είχες ένα σκληρό κι απόμακρο ύφος, λες και δεν χρειαζόσουν κανένα δίπλα σου. Λες και τους θεωρούσες όλους άχρηστους. Με κέντρισες από τότε. Αργότερα ανακάλυψα πως όλο αυτό ήταν η άμυνα σου. Είσαι πολύ ευαίσθητη, το ξέρεις. Και σου έχω πει για τα μάτια σου. Πιο όμορφα μάτια δεν έχω δει ποτέ.. Θεέ μου, νομίζω σ’ αγαπάω, αλλά φοβάμαι να στο πω. Σου ζητώ συγγνώμη. Είμαι μπερδεμένος και δεν ξέρω τι να πιστέψω. Σε χρειάζομαι. Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολύ. Ναι, ίσως σ’ αγαπώ πολύ τελικά. Συγγνώμη που δεν θα σου το πω. Το ξέρεις. Το ξέρεις! Όπως, όλα…

Σταμάτης

Το κορίτσι στο παγκάκι άρχισε να κλαίει γοερά. Οι κραυγές της έβγαιναν κοφτές από το στόμα της και πνιγόταν μέσα στα δύο της χέρια με τα οποία είχε καλύψει το πρόσωπό της. Το σώμα της άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα και αυτή άρχισε να κουνιέται ελαφρώς μπρος-πίσω. όταν ηρέμησε, πήρε με το τρεμάμενο λευκό της χέρι το δεύτερο γράμμα που ήταν ακουμπισμένο δίπλα της και το έτεινε στην Ανίτα.

Η καρδιά της Ανίτας σφίχτηκε τόσο πολύ που νόμιζε ότι θα πάθαινε κακό. Βούλιαξε κάτι μέσα της και πνίγηκε. Τι ήταν δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν και τα χέρια της να τρέμουν. Τίποτα δεν πήγαινε καλά τώρα. Και το ήξερε. Κάτι κακό την περίμενε. Κάτι κακό την είχε ήδη βρει. Δεν μπορούσε να ξεφύγει…

Μάγδα,

Είδα πάλι έναν εφιάλτη. Χθες βράδυ. Ξύπνησα πάλι μούσκεμα σαν να είχα λουστεί. Οι μπούκλες μου κόλλησαν στα μάγουλα και το μέτωπό μου και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Φοβήθηκα όσο ποτέ άλλοτε. Αυτή τη φορά τον θυμάμαι. Ξέρω τι είδα. Είδα τον θάνατό μου. Χέστηκα πάνω μου. Ντρέπομαι, αλλά ναι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αληθινό ήταν. Δεν μπορείς, αλήθεια. Ήμουν ξαπλωμένος και ξαφνικά  το στομάχι μου άνοιξε στα δύο και ξεχύθηκαν από μέσα του μαύρα σκουλήκια. Δεν ένιωθα τίποτα, μόνο τα έβλεπα να σέρνονται σε όλο μου το σώμα. έφτασαν μέχρι το λαιμό μου και σφίχτηκαν γύρω του. Ήταν πολύ άσχημο και δεν ξέρω γιατί μπορεί να το είδα αυτό το όνειρο. Ένιωσα άσχημα. Σου είπα. Φοβήθηκα. Σοβαρά μιλάω.

Τα δάκρυα άρχισαν να βρέχουν τα μάγουλα της Ανίτας. Τα σκούπισε άτσαλα και γύρισε το γράμμα από την άλλη μεριά

Να ξέρεις ό,τι  και να γίνει εγώ θα           σε      αγαπάω        για πάντα ακόμα κι αν πεθάνω!

Η Ανίτα τώρα, ένιωθε λες και έπεφτε ανάσκελα στο κενό. Ζαλιζόταν σαν να την είχε χτυπήσει κάποιος στο κεφάλι και οι παιδικές φωνές γύρω της έπαψαν να ακούγονται τόσο ζωηρές, λες κι ερχόντουσαν από κάπου πολύ μακριά. Τα γράμματα με το μπλε μελάνι άρχισαν να ξεθωριάζουν και να ξεγλιστράνε  από τις γραμμές.

<< Φτάνει! Φτάνει! Δεν αντέχω άλλο! >>,φώναξε και πετάχτηκε με φόρα πάνω πετώντας τα γράμματα στο βουρκωμένο κι άγνωστο κορίτσι δίπλα της, που είχε παραδόξως, σταματήσει να κλαίει με κραυγές και να κουνιέται μπρος-πίσω σαν εκκρεμές…

<< Δεν μπορώ άλλο… >>, είπε κι έφυγε χωρίς να πει τίποτε άλλο με τα μάτια της θολά από τα δάκρυα που ανέβαιναν μέχρι τις κόγχες τους.

Άρχισε να τρέχει.

Που θα πας;

Δεν ξέρω…

Ακούγοντας την φωνή του μέσα στα αυτιά της έτρεξε πιο γρήγορα σαν να την έφτανε κάποιος που την κυνηγούσε κι εκείνη έπρεπε να σωθεί όσο φοβισμένη κι αν έδειχνε. Όσο κι αν έτρεμαν τα χέρια της και το πρόσωπό της έμοιαζε με μάσκα τρόμου.

Όλα γύριζαν τώρα σε τακτές και πλήρεις περιστροφές γύρω από τον εαυτό τους και η Ανίτα νόμιζε πως θα πέσει λιπόθυμη στο πεζοδρόμιο.

Οι ρόδες ενός αυτοκινήτου, που περνούσε από δίπλα της, σφύριξαν.

Θα μου πεις όταν μάθεις;

Αναπήδησε ακόμη πιο τρομαγμένη με το στρίγκλισμα τους πάνω στην άσφαλτο.

Άμα μπορέσω, θα έρθω να σε βρω και να σου πω… Αλλά ξέρεις… Κανείς δεν γυρίζει πίσω για να σου πει όταν έχει ήδη φύγει…

Έφτασε λαχανιασμένη έξω από την πόρτα του σπιτιού της και βάλθηκε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι, λες και η μαμά της δεν μπορούσε να την ακούσει.

Όταν άνοιξε η πόρτα, χώθηκε κατάχλωμη στο εσωτερικό του σπιτιού κι αφού άφησε στο πάτωμα τις σακούλες με τα ψώνια, έπεσε στην πολυθρόνα με μουδιασμένα πόδια. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς, ενώ συγχρόνως άκουγε τα γρήγορα βήματα της μαμάς της πίσω της που έρχονταν τρομαγμένα προς το μέρος της.

<< Τι έγινε κορίτσι μου; >>, ακούστηκε πραγματικά  τρομαγμένη η φωνή της μαμάς της που προσπαθούσε τώρα, να τραβήξει τα χέρια της Ανίτας από το πρόσωπό της για να μπορέσει να δει τα μάτια της.

<< Πέθανε μαμά! >>, είπε μέσα από τους λυγμούς της εκείνη με τα χέρια της να συνεχίζουν να κρύβουν το πρόσωπό της.

<< Πέθανε! >>, φώναξε κι άρχισε να κλαίει ακόμα πιο δυνατά, έτσι που ποτέ δεν είχε κλάψει στη ζωή της…

( συνεχίζεται… )

Advertisements

2 thoughts on “Σημείο του κύκλου (μέρος έβδομο…)

    1. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τις… μαζεμένες αναγνώσεις! Θα προσπαθήσω να βρω γρήγορα την απαραίτητη έμνευση, καθώς το χρωστάω σε πάρα πολλούς ανθρώπους πλέον… 🙂
      Καλό σου απόγευμα και σε ευχαριστώ για την επίσκεψη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s