Καληνύχτα

Άρχισε να βραδιάζει κι ο δρόμος ερήμωνε. Οι άνθρωποι εξαφανίζονταν ένας-ένας τώρα. Έστριβαν κάτω από τους ίσκιους του στενού πεζοδρομίου με σκυμμένο το κεφάλι, κοιτώντας φοβισμένοι τα παπούτσια τους, και χανόντουσαν στις πιο κοντινές στροφές. Ψαχούλευαν  νευρικά μέσα στις τσέπες τους κι έβγαζαν τα κλειδιά τους γυρίζοντας τα μάτια τους δεξιά κι αριστερά. Το πορτοκαλί φως της γειτονιάς όμως ,ήταν πιο γρήγορο και τους πρόδιδε. Ήταν πιο σοφό και ήξερε.

Κι έτσι όπως κοιτούσαν αλαφιασμένοι την γωνία του δρόμου ψάχνοντας να δούνε τον αόρατο που τους παρακολουθούσε κάπου εκεί κρυμμένος, δεν ήξεραν ότι τους είχε ήδη δει το φως. Ότι είχε ήδη περπατήσει και σταθεί πάνω στις παραμορφωμένες ρυτίδες τους και είχε αισθανθεί τον τρόμο τους , που παραμόνευε στις κόγχες των ματιών τους. Κι εκείνοι έμπαιναν στα σπίτια τους με ένα κύμα ανακούφισης. Τα βήματα γινόντουσαν ζωηρά καθώς έτρεχαν στις σκάλες. Μετά από λίγα λεπτά ακουγόταν  ο ξερός ήχος ενός πατζουριού που έκλεινε απόμακρο.

<< Πόσα πολλά πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι! >>

Κουρασμένοι και οι δύο σχεδόν έσερναν τα βήματά τους στη μέση του κοιμισμένου δρόμου έχοντας όμως, το κεφάλι ψηλά και απολαμβάνοντας τον ήχο των φωνών τους που τρυπούσαν ενοχλητικά την ησυχία της νύχτας.

<< Εσύ τι φοβάσαι; >>, γύρισε να τον κοιτάξει.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και τα φρύδια συγχρόνως, με το πιο σοβαρό του ύφος.

<< Τίποτα >>, είπε απλά, ξέροντας πως αυτό ήταν ψέμα και ότι το καταλάβαινε κι εκείνη και γι’ αυτό συνέχισε πριν προλάβει να διαφωνήσει, << Εσύ; >>.

<< Ξέρεις τι φοβάμαι εγώ γαμώτο..; >>, ξεφύσησε αγανακτισμένη ανακατώνοντας νευρικά τα μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού της, << Φοβάμαι ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε όλα αυτά για τα οποία παραπονιόμαστε. Κι ενώ τα βλέπουμε και ξέρουμε ότι είναι λάθος και ξέρουμε ότι θα έπρεπε να είναι αλλιώς ,δεν κάνουμε τίποτα. Κρυβόμαστε πίσω από λόγια και λέξεις, φωνές και διαλόγους, μορφασμούς και ματιές. Φοβάμαι, λοιπόν, ότι αυτό που φταίει είναι ότι δεν θέλουμε να τα αλλάξουμε. Και πιο πολύ απ’ όλα φοβάμαι ότι φοβάμαι ότι έτσι θα παραμείνουν όλα. Γιατί οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ έτοιμοι να αποδεχτούν το τέλος. Κρύβονταν πάντα τη νύχτα. Δεν έμεναν ποτέ πίσω  να την αντιμετωπίσουν και να αντικρίσουν την ανατολή.. Ποτέ τους.. Ποτέ τους δεν ήταν έτοιμοι να κάνουν μια πραγματική νέα αρχή! >>.

Τα μάτια της θόλωσαν. Μπορεί από την ένταση. Μπορεί από την κούραση ή και από τα δύο.

<< Φοβάμαι μήπως στο τέλος τους μοιάσω… >>.

<< Άρχισες πάλι τις φιλοσοφίες σου; >>, είπε όταν έφτασαν έξω από το σπίτι της.

Τον κοίταξε εξουθενωμένη αλλά, όπως πάντα, γεμάτη αγάπη.

<< Θα τα πούμε αύριο τελικά; >>

Κούνησε το κεφάλι του, άνοιξε τα χέρια του, και την αγκάλιασε απαλά, χωρίς να την σφίγγει.

<< Καληνύχτα >>, της ψιθύρισε.

<< Καληνύχτα >>, του ψιθύρισε.

Advertisements

14 thoughts on “Καληνύχτα

  1. είχε πει κάποτε ένας σοφός, αγαπημένος δρυίδης: «Μόνον όταν ξέρεις τι θα πει φόβος, είσαι πραγματικά γενναίος. Πραγματικά γενναίος είναι όποιος μπορεί να κυριαρχεί στο φόβο του.»
    απομένει να πλεύσουμε προς τα κει…

    1. Όμορφο αυτό αγαπημένε μου Νέστορα.. 🙂 Να τον αποδεχτούμε δηλαδή τον φόβο μας και να τον αντιμετωπίσουμε θες να πεις..; 😉 Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί μόνο αυτό;
      καλησπέρες

      1. αν αρκεί; χμμμ… σίγουρα είναι πάντοτε το πρώτο βήμα! η ηρωίδα θα μπορούσε να αντικαταστήσει την αδυναμία της και το φόβο της εξομοίωσης με πιο όμορφα συναισθήματα. μόλις συνειδητοποιήσει πως ΗΔΗ ξέρει τι θέλει και τι όχι, θα βρει και τη δύναμη να (μην) τα κάνει πράξεις 😉
        και τότε, αντί για φόβο, θα νιώθει ασφάλεια κι ευτυχία που θα βρίσκεται μακριά από όσα δεν ήθελε να γίνει 🙂
        καλό απόγευμα!

  2. Πολύ όμορφη γραφή Μαγική Φωνή..! Συνθέτεις εξαιρετικά δύο σκηνικά που αποτελούνται εξίσου από ένα πρόβλημα. Από τη μία είναι το σκηνικό μιας πόλης στην οποία ο ένας νιώθει την ανάσα του διπλανού του, αλλά τρομάζει και απομακρύνεται -αστική αποξένωση δηλαδή- και από την άλλη η συνέπεια της αποξένωσης, που είναι ο φόβος για τη μοναξιά, την περιθωριοποίηση, την εξάλειψη της ομαδικότητας, της συλλογικότητας με κοινούς στόχους. Αυτά »έπιασα» απ΄ το κείμενό σου σαν πρώτη σκέψη! Ελπίζω να έπεσα λίγο μέσα.

    Σε καλημερίζω!!

    1. Σε ευχαριστώ για την επίσκεψη Κουφετάριε.. Χαίρομαι που βρίσκεις καλή την γραφή μου. Δεν θα πάψει να είναι σημαντική για’ μένα η κριτική των άλλων. Ναι έπεσες αρκετά μέσα. Αν θέλεις όμως να αναφέρω ότι εκτός από την αστική αποξένωση και τα αποτελέσματά της, διακρίνονται και δύο άλλα έντονα σκηνικά. Από τη μία πλευρά ο κόσμος των μεγάλων-των ενηλίκων (αυτοί που στρίβουν τρομαγμένοι κάτω από τους ίσκιους) και ο κόσμος των νέων-των εφήβων (αυτοί που »σχεδόν έσερναν τα βήματά τους
      στη μέση του κοιμισμένου δρόμου έχοντας όμως, το κεφάλι ψηλά και απολαμβάνοντας τον ήχο των φωνών τους που τρυπούσαν ενοχλητικά την
      ησυχία της νύχτας»). Ανήκουν λοιπόν σε δύο διαφορετικές
      »λογοτεχνικές» κατηγορίες: σε αυτούς που εξαφανίζονται την νύχτα φοβισμένοι και σε αυτούς τους λίγους που συνεχίζουν να περπατούν στον δρόμο παρόλο που η ώρα έχει περάσει και όλοι είναι στα σπίτια τους.
      Εδώ έρχεται ο συμβολισμός της νύχτας. Η νύχτα λοιπόν δηλώνει το τέλος. Το κλείσιμο ενός κύκλου. Την αναζήτηση για μια νέα αρχή.
      Ένα άλλο νόημα λοιπόν που βγαίνει από το κείμενο (αν το σκεφτείς λίγο ακόμα) είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη νύχτα-το τέλος οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων.. 😉
      Και φυσικά, οι εφηβικοί φόβοι στο τέλος, όπως αυτός εδώ ο τελευταίος: »Φοβάμαι μήπως στο τέλος τους μοιάσω… »
      Αυτά είναι περίπου.. 🙂
      Σε ευχαριστώ πολύ
      Να έχεις ένα ξεκούραστο βράδυ.

  3. Αφησε με να αγαπαω λιγο περισσοτερο τα κειμενα σου που ξεκινουν με αυτο το τροπο .. Λιγο απομακρα,λιγο τρομακτικα .. ( και ξερεις οτι χρησιμοποιω αυτες τις λεξεις με καλη εννοια ! )
    Συγχαρητηρια,γι’ακομα μια φορα λοιπον ! 😉

    1. Ωω.. ναι, το ξέρω ότι σε ελκύουν ιδιαίτερα αυτά κι εννοείται ότι μπορείς να τα αγαπάς όσο θες και μπορείς.. Μεγάλη μου χαρά 🙂 (ξέρω ότι είναι για καλό!! 😉 )
      Σε ευχαριστώ πολύ

  4. Πόσο λατρεύω αυτή την λεπτομέρεια που βάζεις κάθε φορά στην περιγραφή σου και είναι σαν να βλέπω μπροστά μου τι γίνεται , σαν να παίζουν σε ταινία!
    Σου στέλνω πολλά αγγελικά φιλιά Αλεξάνδρα μου .

  5. Όμορφη περιγραφή. Κι αυτός ο άδειος δρόμος που αντηχεί τις φωνές τους μοιάζει να είναι η ίδια η προσωποποίηση των φόβων τους. Σαν να οπτικοποιείται ο φόβος και να παίρνει τη μορφή του άδειου, του κενού…

    Ο Νέστορας πιο πάνω νομίζω ότι έχει δίκιο πάντως!

    Την καλημέρα μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s