Island Blues

 Μείνε όπως είσαι. Μείνε άμυαλη και μελαγχολική. Μείνε ξένη, όπως κάνεις πάντα. Μείνε κλειστή σαν σάπιο μωρό τριαντάφυλλο, που δεν θα μεγαλώσει ποτέ, για να φανερώσει τα πέταλά του. Μην αλλάξεις. Να παραμείνεις εκείνο το κενό στην καρδιά σου. Μην αλλάξεις. Μείνε μηχανή και πέρνα από παντού, ελεύθερη, χωρίς να ανήκεις κάπου. Μην αλλάξεις. Μείνε έτσι. Να ανήκεις σε φαντάσματα και δαίμονες του μυαλού. Να μην κουράζεσαι να κάνεις πίσω και να αρνιέσαι να πας μπροστά. Να δίνεσαι στο λάθος σαν θυσία. Φυλακισμένη και κρυφά εσωστρεφής να χορεύεις μέσα στις λέξεις και ποτέ γύρω από τους ανθρώπους […].

Άφησε κάτω το στυλό και έσπρωξε την καρέκλα προς τα πίσω. σηκώθηκε όρθια και πήρε το τετράδιο στα χέρια της. Έσκισε το φύλλο πάνω στο οποίο είχε γράψει και το τύλιξε στα τέσσερα έτσι, ώστε να χωρέσει στην τσέπη της ζακέτας της. Κατευθύνθηκε στον ολόσωμο καθρέφτη, στην άκρη της μικρής κρεβατοκάμαρας. Ήταν ραγισμένος από πολύ καιρό. Δεν θυμάται πότε και πως είχε γίνει έτσι. Ίσως μία νύχτα που ήταν μεθυσμένη. Η ρωγμή του ξεκινούσε από την πάνω δεξιά άκρη  κι έτρεχε διαγώνια και προς τα κάτω σκίζοντας το γυαλί και διαπερνόντας το είδωλό της. Την φόβιζε αυτή η ρωγμή, γιατί ήταν σαν να έβλεπε την προσωποποίηση της ζωής της. Σαν να έβλεπε την σπασμένη ψυχή της. Τα παραμορφωμένο μυαλό της. Την ζαλισμένη σκέψη που γεννιόταν μέσα του.

Μα πιο πολύ απ’ όλα σε εκείνο το ραγισμένο γυαλί, την φόβιζε ο ίδιος της ο εαυτός. Το κουρασμένο της πρόσωπο. Τα μελαγχολικά μάτια που ήταν πάντα πολύ υγρά, θα έλεγε κανείς μονίμως βουρκωμένα. Η μικρή καμπούρα στην μύτη και οι γυρτοί της ώμοι. Τα μαλλιά που παρατημένα, έφταναν  κάτω από την μέση της γεμάτα κόμπους και ψαλίδα.  Το μικρό ανάστημά της. Το αδύνατο σώμα της. Όλα την έκαναν να τρέμει κάπου μέσα της.

Έτσι τρέμοντας έστρωσε το φουστάνι πάνω της και γύρισε γρήγορα το βλέμμα της αλλού. Έκατσε στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια που μύριζαν λεβάντα. Έσκυψε στο ξύλινο πάτωμα, για να φορέσει τα σανδάλια της, που την περίμεναν εκεί παραδίπλα έτοιμα να τους χαρίσει για ακόμη μια φορά ζωή. Μία ακόμη βόλτα… Έτσι σκεφτόταν εκείνη κάθε φορά που έδενε τα λουράκια τους γύρω από τον αστράγαλό της, κι έπειτα σηκωνόταν κι έσβηνε το φως στο μικρό κομοδίνο. Έβγαινε έξω από το δωμάτιο. Έξω από το σπίτι γενικά.

Έτσι και τώρα σηκώθηκε και πέρασε την πόρτα του υπνοδωματίου βγαίνοντας στο χολ. Τον άδειο και κρύο διάδρομο του σπιτιού της. Ποτέ δεν αξιώθηκε να γεμίσει τους λευκούς του τοίχους. Ήταν ανώφελο. Εξάλλου γεμίζοντας τοίχους με εικόνες, κάδρα και φωτογραφίες δεν γεμίζεις και την καρδιά. Ε;

Σταμάτησε μπροστά από τον καλόγερο, δίπλα στην πόρτα και πήρε την πάνινη τσάντα της. Το μοναδικό πράγμα που κρεμόταν πάνω του. Την κρέμασε στον ώμο. Ω, ήταν ελαφριά! Κι ας κρατούσε μέσα της όλα τα όνειρά της. Όλες τις εικόνες που είχαν συγκεντρώσει με λαχτάρα τα μάτια της στο πέρασμα του χρόνου. Όλα τα συναισθήματα που είχαν τραβηχτεί σε φωτογραφίες στην ψυχή της. Κι εκείνα τα ποιήματα που είχε σκαλίσει στο χώμα, κάπου στο βάθος του εγκεφάλου της. Τα είχε –ευλαβικά- βολέψει όλα μέσα εκεί την προηγούμενη νύχτα. Όλα κλεισμένα μέσα σε μερικά κομμάτια ύφασμα. Όλα κλειδωμένα  μέσα σε μερικά κομμάτια μέταλλο.

Βγήκε από το σπίτι.

***        ***

Περπατούσε μόνη της στον τσιμεντένιο και γκρίζο μόλο, ακούγοντας τους γλάρους να σφυρίζουν σαρκαστικά πάνω από το κεφάλι της. Λες και διάβαζαν τις σκέψεις της. Λες και ήξεραν με έναν παράδοξο και παρανοϊκό τρόπο το πώς ένιωθε. Τα κρωξίματα τους εισχωρούσαν σαν υγρό οξύ στο τύμπανό της, το τύλιγαν, το έσφιγγαν και το έστριβαν και της έκοβαν την αναπνοή τιμωρώντας την. Κάνοντάς την να πονάει ακόμα πιο πολύ.

Ο αέρας της έπαιρνε τα μακριά μαλλιά της, καθώς ξεμάκραινε από την παραλία του νησιού. Τα έπλεκε, τα ξέπλεκε, τα έφερνε μπροστά στα μάτια της, παιδεύοντάς την. Μα εκείνη δεν έκανε τίποτα, παρά μόνο συνέχιζε να περπατάει κι ας μην έβλεπε καλά μπροστά της. Ήξερε που πήγαινε, ήξερε τι έκανε. Έγλειφε την αλμύρα στα χείλη της και ανάσαινε.

Ο μόλος φάνταζε στην καρδιά της πιο οικείος κι από το μικρό της σκοτεινό σπιτάκι. Της έδινε περισσότερη ελευθερία από μερικούς ξεφτισμένους τοίχους. Περισσότερη γαλήνη από ένα κρεβάτι ή έναν καναπέ. Σκεφτόταν πως αν μπορούσε θα έμενε σε αυτόν τον μόλο για πάντα. Αν μπορούσε… Μα τι έλεγε; Αυτό θα γινόταν το πολύ σε ένα τέταρτο. Μέχρι να το πάρει ολοκληρωτικά απόφαση. Μέχρι να αποδείξει στον εαυτό της το πόσο θαρραλέα είναι. Αλλά, πριν το κάνει αυτό, ήθελε να κάτσει λίγο. Να χαζέψει την ένωση του ουράνιου και του  επίγειου, του ουρανού και της θάλασσας. Ήθελε ένα ακόμη μαβί χάδι από τον τελευταίο ήλιο της ημέρας. Τον τελευταίο ήλιο της ζωής. Αυτή ήταν η τέλεια ώρα να το κάνει, σκέφτηκε. Η ώρα που όλη η φύση σιγοτραγουδά το κύκνειο άσμα της…

Ήρεμη πια χάιδεψε την τσάντα της και κάθισε κάτω. Είχε πια φτάσει εκεί που ήθελε. Στην άκρη του μόλου. Απέμεναν μερικά λεπτά για εκείνην τώρα.

Αντίκρισε τον πορτοκαλί ήλιο, καθώς έδινε με ευγνωμοσύνη το αργό φιλί του στην θάλασσα, που θα τον φιλοξενούσε για ακόμη μία φορά μέσα της. Παρατήρησε μερικά αφράτα σύννεφα που τον συνόδευαν και προσπάθησε να δει με τα μάτια της φαντασίας της τι θα μπορούσαν να παριστάνουν. Όπως, έκανε μικρή κι έβρισκε στον ουρανό δράκους από παραμύθια, αρκουδάκια, μπαλόνια και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να γεννήσει ένα παιδικό μυαλό. Έκατσε έτσι, με την αλμύρα στα ρουθούνια της και τον παφλασμό των κυμάτων, όχι στα αυτιά της, αλλά φωλιασμένο στην καρδιά της πια. Κι αφού πήρε μια βαθιά ανάσα και ρούφηξε μία τελευταία γουλιά από την ζωή…

Σηκώθηκε. Είχε έρθει η ώρα.

***       ***

Στάθηκε όρθια με την πλάτη της στη θάλασσα. Έτσι που να βλέπει το πρόσωπο του νησιού της. Τα ασβεστωμένα σπιτάκια όλα κολλημένα κοντά το ένα στο άλλο. Μερικά ήταν καρφωμένα κάπου πιο απομονωμένα, στους πρόποδες του λόφου. Τα παραθυράκια τους από μακριά έμοιαζαν με μάτια, που έβλεπαν σε κομμάτια ζωής. Είδε μάλιστα κι ένα που ήταν σαν να της έκανε νόημα. Ήταν ένα μπλε παραθυρόφυλλο που –έρμαιο του αέρα- ανοιγόκλεινε. Σαν να της έκλεινε το μάτι. Λες και κάτι της έλεγε με την κίνησή του καλώντας την.

Μπορούσε να διακρίνει και κάποια από τα πλακόστρωτα δρομάκια του τόπου. Πολύ αμυδρά. Μπορούσε να ξεχωρίσει κάποια από τα αναρριχητικά φυτά που στόλιζαν κάποιες από τις γειτονιές.

Κατέβασε τα μάτια της, μην τυχόν και παραπλανηθεί από τον ίδιο της τον τόπο. Τράβηξε το διπλωμένο χαρτάκι έξω από την τσέπη της. Το κράτησε στα χέρια της και το άνοιξε. Διάβασε, με τα μαλλιά μπροστά από το πρόσωπό της και σκυμμένη:

[…] Να φοβάσαι να μιλήσεις. Να επιθυμείς να μισήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά. Να επιθυμείς να αγαπήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά.

Σκέφτηκε ότι κάτι ήταν λάθος σε αυτήν την πρόταση. Δεν γίνεται να αγαπήσεις ή να μισήσεις σωστά και λανθασμένα. Απλά αισθάνεσαι. Απλά.

Ένιωσε ένα σκίρτημα σε αυτή την σκέψη. Είχε εκείνη την ανάγκη να νοιώσει ‘’σωστά’’ ή και ‘’λάθος’’… Αλλά όχι δεν έπρεπε να κάνει πίσω τώρα. Είχε φτάσει στο τέλος. Δεν ήταν σωστό να αλλάξει γνώμη. Έτσι έκανε ένα διστακτικό βήμα προς τα πίσω, συνεχίζοντας να έχει την πλάτη στραμμένη στην θάλασσα. Τα δάχτυλα των ποδιών της πατούσαν στο τσιμέντο, ενώ οι φτέρνες τους ισορροπούσαν στο κενό. Άκουγε το κύμα να σκάει από κάτω τους.

Σήκωσε τα μάτια της από τις λέξεις κι έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα απέναντί της. Κοίταξε τις ψαρόβαρκες που ταλαντεύονταν πάνω στην επιφάνεια του νερού και ακούγοντας πιο προσεκτικά το σφύριγμα του αέρα, ένιωσε πάλι μια λαχτάρα… Είχε εκείνη την ανάγκη να νοιώσει…

Πήγε να τρέξει πίσω, αλλά κρατήθηκε.

Συνέχισε την ανάγνωση του χειρόγραφού της, αναγκάζοντας τον εαυτό της να κρατάει την ισορροπία του και να κοιτάει μόνο το χαρτί:

Να θέλεις να πεις πράγματα, αλλά να μην έχεις καμία εμπειρία. Μείνε έτσι. Μέσα στο κενό και μόνη. Πάντα μόνη λησμονημένη.

Ω! Ποιον κορόιδευε; Ω! Μα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τα σπίτια, τους δρόμους, τα παράθυρα, τις ζωές…  Δεν μπορούσε να σταματήσει να παρατηρεί τους ανθρώπους. Πώς μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε αυτό; Δεν το ήθελε πραγματικά. Το σώμα της αντιστεκόταν. Η ψυχή της, τα συναισθήματά της. Τα πάντα μέσα της φώναζαν. Ούρλιαζαν για τις εμπειρίες που η ίδια έλεγε πως δεν είχε. Την ταρακουνούσαν. Αυτά την έσπρωξαν προς τα μπρος, έτσι που ολόκληρες οι πατούσες της να πατούν και πάλι σε στέρεο έδαφος.

Ένιωσε ένα σπρώξιμο δίπλα της. Κάτι κουνιόταν με μανία μέσα στην πάνινη τσάντα. Στριφογυρνούσε σαν αναστατωμένο ζώο. Ήθελε να βγει έξω φαίνεται.

Τράβηξε το φερμουάρ και το ύφασμα άνοιξε στα δύο. Κοίταξε για μια στιγμή τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε χαθεί. Έχωσε το χέρι της στο εσωτερικό και έκλεισε το μοναδικό πράγμα, που υπήρχε εκεί, μέσα στην χούφτα της. Ήταν κρύο συνειδητοποίησε όταν το έβγαλε έξω. Το μέταλλο γυάλιζε αδύναμα στο ημίφως. Ανατρίχιασε. Κάρφωσε τα μάτια της στο πιστόλι, που κρατούσε στα χέρια της. Λίγο φοβισμένη και σοκαρισμένη, σαν να κρατούσε μία βόμβα γεμάτη ενέργεια κι έτοιμη να σκάσει μπροστά της. Ήταν αρκετά δειλή τελικά, παραδέχτηκε.

Μετά από λίγο, το είχε ήδη πετάξει στη θάλασσα μαζί με το χειρόγραφο. Έκλεισε τα μάτια της ακούγοντας τον παφλασμό. Χαμογέλασε.

Ξεκίνησε να περπατάει πάλι προς το μέρος των ανθρώπων με την πάνινη τσάντα στον ώμο της να κλωτσάει το πλευρό της. Το άγριο ζώο συνέχισε να κουνιέται μέσα της θέλοντας απεγνωσμένα να βγει έξω. Ήταν τα όνειρά της που στροβιλίζονταν μεθυσμένα από την επιθυμία της να γίνουν πραγματικότητα. Χοροπηδούσαν. Άκουγε τα γέλια τους τώρα, που άφηνε πίσω της τον μόλο.Τους υποσχέθηκε ότι θα πετούσε εκείνον τον ραγισμένο καθρέφτη… Ότι δεν θα τα πρόδιδε ποτέ ξανά…

***      ***

***     ***

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν γυρνούσε πίσω στο νησί.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν γυρνούσε πίσω στη ζωή.

*

Advertisements

21 thoughts on “Island Blues

  1. «[…] Να φοβάσαι να μιλήσεις. Να επιθυμείς να μισήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά. Να επιθυμείς να αγαπήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά.

    Σκέφτηκε ότι κάτι ήταν λάθος σε αυτήν την πρόταση. Δεν γίνεται να αγαπήσεις ή να μισήσεις σωστά και λανθασμένα. Απλά αισθάνεσαι. Απλά.»
    Πόσο σωστό δεν υπάρχει λάθος αγάπη, υπάρχει απλά αγάπη.
    Πανέμορφη ιστορία. Καλημέρα φωνούλα μου 🙂

    1. Ναι, έτσι ακριβώς είναι βρε Μαρίνα μου 🙂 Είδες πόσο περιπλέκουμε τα πράγματα ώρες-ώρες εμείς οι άνθρωποι;
      Σε ευχαριστώ πολύ!
      Να έχεις ένα ξεκούραστο βράδυ με χαμογελαστά όνειρα… 🙂

  2. ‘Εχεις ποτέ σου σκεφτεί πως ότι ραγίζει στη ζωή μας, μπορεί να έχει σαν σκοπό ν’ αφήσει το φως να περάσει μέσα από αυτό;
    Όταν όλα πάνε «κατ’ ευχήν» στη ζωή μας, κινδυνεύουμε ν’ αποκοιμηθούμε βολεμένοι σε μια ρουτίνα και να νομίζουμε πως ζούμε ενώ είμαστε εσωτερικά νεκροί….
    Όταν μπορείς να επικοινωνήσεις και εννοώ όταν δεν φοβάσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου και αυτό γράφοντας ή ζωγραφίζοντας, να ξέρεις πως καλά τα πας…καλά προχωράς στο δύσκολο και μοναχικό αυτό δρόμο!!!
    ΑΦιλάκια καρδιάς! (Α=Αληθινά)

    1. Μα και βέβαια μαγισσούλα μου!! 😀 Όταν πάνε όλα όπως τα έχουμε σχεδιάσει (ή μας τα έχουν σχεδιάσει), τι νόημα έχει κι αυτή η ζωή; Αν δεν πέσουμε, πώς θα καταλάβουμε τη σημασία του να είμαστε όρθιοι;
      Αυτό που λες για τα πράγματα που ραγίζουν στη ζωή μας… Χμμ, πολύ ωραίο!! 🙂 Έχεις δίκιο… Άλλωστε στην συγκεκριμένη ιστορία, αν δεν είχε ραγίσει αυτός ο καθρέφτης μπορεί η ηρωίδα μας να μην καταλάβαινε ποτέ κάποια πράγματα… Αυτός ο ίδιος ο καθρέφτης, η προσωποποίηση της ζωής της (που την φόβιζε κι έκανε κάτι μέσα της να τρέμει), την έκανε να αντικρίσει τα λάθη της… Την οδήγησε στον μώλο… κι έπειτα, τελικά στα όνειρά της… 🙂
      Ο δρόμος είναι »λοξός», γι’ αυτό είναι και μοναχικός! Οι περισσότεροι προτιμούν τον ίσιο… 🙂
      Σε ευχαριστώ πολύ καλή μου μάγισσα, σήμερα μου έδωσες κάτι καινούργιο!
      ΑΦιλάκια κι εγώ σου στέλνω!

  3. Πολύ όμορφη η αφήγησή σου. Δε σε αφήνει να πάρεις τα μάτια από το κείμενο. Μπράβο, είναι πράγματι εξαιρετικό. Έχω μονάχα μια μικρή απορία, κάτι μένει μέσα μου κενό και δεν είναι άλλο από την έλλειψη του κινήτρου που την οδήγησε στην άκρη του μώλου, ακριβώς πάνω από το κύμα. Ίσως βέβαια κάτι να μην κατανόησα σωστά… 🙂 Είναι πάντως εξαιρετικό.

    Καλό σου βράδυ.

    1. Δεν νομίζω ότι σου ξέφυγε τίποτα αγαπητέ Τελευταίε 🙂 Έχω την εντύπωση πως εσένα δεν σου ξεφεύγει τίποτα… Η πλάκα, βέβαια, είναι ότι έχω μία παράξενη σχέση με τους περισσότερους ήρωές μου! Είναι σαν να γνωρίζω μόνο συγκεκριμένα κομμάτια από τη ζωή τους, χωρίς να γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες, (δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να είναι λογικό αυτό, ίσως να αλλάξει στην πορεία και να βλέπω περισσότερα..) ενώ τους νιώθω μέσα μου.. ακόμα και γύρω μου. Υπάρχουν κατά κάποιον τρόπο! Ζουν και αναπνέουν κι ας τελειώνει κάποια ιστορία, εκείνοι συνεχίζουν να κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν!
      Η συγκεκριμένη ηρωίδα φαντάζομαι πως δεν είχε κάποιο σοβαρό λόγο ή »κίνητρο», όπως είπες, για να φτάσει μέχρι το μώλο… Ίσως, τελικά, αυτός να ήταν και ο λόγος που γύρισε »πίσω στη ζωή»! Υποθέτω πως ήταν απογοητευμένη από τον εαυτό της και την ζωή της… Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.. 😀
      Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια!

      Να έχεις ένα ξεκούραστο βράδυ!

  4. Ποιητική θα χαρακτήριζα αυτή την ανάρτησή σου.. Αυτός είναι ο δύσκολος στόχος της ζωής μας.Να αφήσουμε τα όνειρά μας να πάρουν σάρκα και οστά. Έτσι απλά. Και η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι αξίζουμε να ζήσουμε. Δεν υπάρχει επιστροφή. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα..

    Καλό σου βράδυ, ήταν πανέμορφο!

    1. Έτσι είναι Κουφετάριε! Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία! Υπάρχει μόνο ότι υπάρχει τώρα! Τώρα… Πόσο δίκιο έχεις… 🙂
      Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια!
      Καλό απόγευμα να έχεις και όμορφο σκ!

  5. Μείνε όπως είσαι. Μείνε άμυαλη και μελαγχολική. Μείνε ξένη, όπως κάνεις πάντα. Μείνε κλειστή σαν σάπιο μωρό τριαντάφυλλο, που δεν θα μεγαλώσει ποτέ, για να φανερώσει τα πέταλά του. Μην αλλάξεις. Να παραμείνεις εκείνο το κενό στην καρδιά σου. Μην αλλάξεις. Μείνε μηχανή και πέρνα από παντού, ελεύθερη, χωρίς να ανήκεις κάπου. Μην αλλάξεις. Μείνε έτσι. Να ανήκεις σε φαντάσματα και δαίμονες του μυαλού. Να μην κουράζεσαι να κάνεις πίσω και να αρνιέσαι να πας μπροστά. Να δίνεσαι στο λάθος σαν θυσία. Φυλακισμένη και κρυφά εσωστρεφής να χορεύεις μέσα στις λέξεις και ποτέ γύρω από τους ανθρώπους […].

    Εξαιρετικό ολόκληρο το κείμενο, αλλά αυτή η πρώτη παράγραφος Μοναδική. Την διαβάζω και την ξαναδιαβάζω. Μου ‘μεινε… Ποιος ξέρει γιατί… 🙂

    Σας ευχαριστώ και καλό σας βράδυ!

  6. Καλησπέρα φωνούλα μου.
    Μου αρέσει που κάθε φορά που διαβάζω για κάποιον από τους ήρωες σου με κάνεις να νιώθω ότι το ζω ή το έχω ζήσει ή θα το ζήσω αυτό που συμβαίνει σε αυτούς.
    Είναι πολύ ζωντανή η αφήγηση σου και σου επιτρέπει να γίνεις ένα με αυτούς και να νιώσεις όσα νιώθουν. Υπέροχη και αυτή σου η ανάρτηση Αλεξάνδρα μου.
    Σου εύχομαι ένα υπέροχο απόγευμα και ένα καταπληκτικό Σαββατοκύριακο να έχεις.
    Σε φιλώ.

    1. Αγαπητή Μελίτα, μου αρέσει που νιώθεις έτσι… Είναι ένας από τους στόχους που έχω στο μυαλό μου, όταν γράφω 🙂
      Σε ευχαριστώ!
      Να έχεις και εσύ ένα υπέροχο και γεμάτο ομορφιές σκ!!

  7. Η πρώτη παράγραφος.. από κάπου με ξέρει, σκάλωσα..!
    Πολύ βιωματική η επικοινωνία σου.
    ..πόσοι δεν έκαναν και πόσοι δε θα κάνουν το βήμα εμπρός αλλά θα πέσουν πίσω να χαθούν στη θάλασσα; Για κείνους φοβάμαι( ή για αυτούς που τελικά μένουν;;)
    Κάθε κατανόηση είναι παρανόηση.
    Καμιά συμβουλή ποτέ δε θα ταυτιστεί με την πραγματικότητα αυτού που τη δέχεται.
    Απλά προσπαθούμε να φέρουμε όσο πιο κοντά τις μοναξιές που πάντα θα μαστε.
    *καλή συνέχεια σ’όλα

    1. Εγώ δεν φοβάμαι για εκείνους που θα μείνουν ή θα φύγουν… ούτε τους λυπάμαι ακριβώς. Λέω απλά »κρίμα» γι’ αυτούς που θα φύγουν από μόνοι τους και δεν θα δώσουν μία ακόμη ευκαιρία στον εαυτό τους να παλέψει… Απ’ την άλλη, θαυμάζω συγχρόνως το θάρρος τους να πάνε κόντρα… Κάνουν την τελευταία τους επιλογή!
      Έχεις δίκαιο για τις συμβουλές. Καθένας από εμάς είναι μόνος του. Βλέπει μόνο μέσα από τα μάτια του, ακούει μόνο μέσα από τα αυτιά του… Όμως, μία συμβουλή μπορεί να ανατρέψει μια απόφαση, να στρέψει το βλέμμα κάπου αλλού… εξαρτάται 😉

      Σε ευχαριστώ πολύ!

  8. Πανέμορφο φωνούλα, πραγματικά πανέμορφο!Πάντα τα όνειρα θα μας κρατάνε ζωντανούς και θα μας δίνουνε κίνητρο και κουράγιο για να συνεχίσουμε…Αυτό είναι το δικό μας όπλο σε αυτή τη ζωή! Καλό απόγευμα 🙂

    1. Ζωή είναι αυτή η τσάντα που χοροπηδάει δίπλα στο σώμα μας, κουβαλώντας όλα τα όνειρα. Άνθρωπος που περπατάει σε αυτόν τον Κόσμο και δεν έχει όνειρα, είναι ζωντανός-νεκρός Τζοκερίνο μου! 🙂
      Η γνώμη σου μετράει πάντα για’ μένα! Σε ευχαριστώ..
      Καλό βραδάκι!

  9. καλημέρα μαγική φωνή

    Οι άνθρωποι κρύβουμε μέσα μας το ανικανοποίητο. Αν βάλεις μέσα και το συναίσθημα, να ένα πολύ καλό κίνητρο για να βρεθείς στη θέση της ηρωίδας σου.

    Κρατώ αυτό το υπέροχο που είπες. Δε χρειάζεται να εξηγούμαι και να αναλύοθμε τα πάντα, ας αισθανθούμε απλα!

    (και πρώτα πρώτα αυτό αφορά εμένα;)

    1. Καλησπέρα ξυπόλητη,

      Νομίζω πως αυτό το ανικανοποίητο είναι που γεννάει την ενέργεια μέσα μας και μας σπρώχνει μπροστά με την απαραίτητη θέληση… 🙂 Αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι..

      Πότε το είπα εγώ αυτό το »υπέροχο»;; Το ζαλισμένο μου μυαλό δεν μου επιτρέπει να συνδεθώ με αυτόν τον κόσμο σήμερα…. Πάντως έτσι είναι! Αυτό είναι που έχει σημασία!

      (ναι, ω.. ναι! 😉 )

      Σε ευχαριστώ και σου στέλνω τις ευχές μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s