Σ ο π έ ν

Ανοίγω τα μάτια.

Η υστερική φωνή μιας απεγνωσμένης νοικοκυράς τσακίζει τον απογευματινό μου ύπνο, ενώ ταυτόχρονα την συνοδεύει ο ήχος από τηγάνια που συγκρούονται με το πάτωμα και αντιλαλούν σαν τύμπανα πολέμου. Ακολουθεί το εχθρικό σούρσιμο που κάνει μία μπαλκονόπορτα, όταν κλείνει απότομα. Από κάποιο άλλο κοντινό σπίτι ακούγεται μια ενοχλητική βαβούρα, που ξεχύνεται άναρχη στον δρόμο με την μορφή ηχορύπανσης. Κάποιος τρελαμένος –εγωιστής του κερατά- ακούει χαρντ ροκ στην διαπασών και μαζί με κάποιον άλλον –σχιζοφρενή του κερατά-, που χτυπάει νευρασθενικά τα πλήκτρα ενός άμοιρου πιάνου, κάνουν σπάσιμο νεύρων στην κατά τα άλλα ήσυχη γειτονιά.

Είναι οι πρώτες στιγμές της ζωής μου. Οι πρώτες από τότε που μπορώ να θυμάμαι εμένα τουλάχιστον. Άλλωστε κανείς δεν θυμάται την πραγματική πρώτη μέρα της υπαρξής του… Έτσι δεν είναι; Και όπως κανένας δεν ανησυχεί, έτσι κι εγώ δεν το πολυσκέφτομαι… Απλά είμαι εδώ. Σαν να γεννήθηκα ενήλικας, είμαι κατευθείαν πλήρως ανεπτυγμένος και ανεξάρτητος. Έτοιμος να ζήσω χωρίς την βοήθεια κανενός.

Αντικειμενικά, είμαι όμορφος. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε ένα ζευγάρι πράσινα γυαλιστερά μάτια;  Ε; Παρόλα αυτά, πολλοί με αποφεύγουν  λόγω του χρώματός μου. Βλέπετε…, είμαι μαύρος! Δεν θέλουν να με συναντούν στον δρόμο τους κι όταν τυχαίνει να περνάω από δίπλα τους κάνουν λες και βλέπουν τον σατανά και περιστρεφόμενοι μερικές φορές γύρω από τον εαυτό τους, χτυπάνε τα πόδια τους στην άσφαλτο και φωνάζουν ‘’ΞΟΥΤ’’, για να φύγω –δήθεν- τρομαγμένος. Ε, λοιπόν πείτε μου τώρα! Δεν είναι μεγάλοι ρατσιστές όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που με κρίνουν από το χρώμα μου;

Ε, μα ναι! Τι λέμε τόσην ώρα! Είμαι γάτος! Δεν σας συστήθηκα; Με συγχωρείτε. Ώρες-ώρες γίνομαι αγενής σαν τους ανθρώπους. Ναι, είμαι ένας τετράποδος γεμάτος χάρη. Αλλά, μαύρος! Ο μοναδικός στην γειτονιά.

Αυτές, λοιπόν είναι οι πρώτες εικόνες της ζωής μου. Σηκώνομαι βαριεστημένα τρίβοντας νυσταλέα το μάτι μου. Στέκομαι στα πόδια μου. Έχει δροσιά στον ίσκιο της φουντωτής πορτοκαλιάς. Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάω τους καρπούς με το έντονο χρώμα. Γλείφω τις καλοσχηματισμένες μου πατούσες και βγαίνω στον δρόμο. Είναι ακόμα απογευματάκι και δεν έχει κίνηση, αλλά στη γειτονιά, γίνεται ένας μικρός χαμός. Κυρίως μέσα στα σπίτια των ανθρώπων. Πίσω από τους τοίχους. Έξω στον δρόμο είναι πιο ήσυχα. Που και που περνάει κανένα αγοράκι κάνοντας ποδήλατο με ιδρωμένο μέτωπο κι έπειτα χάνεται στην στροφή.

Περπατάω αργά πάνω στην άσφαλτο και  ανάμεσα από τις δύο σειρές με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα δίπλα από τα πεζοδρόμια. Κοντοστέκομαι έξω από μια φιστικί μονοκατοικία με ξεφλουδισμένους τοίχους. Στο στενό μπαλκονάκι με τα πράσινα κάγκελα κάθεται ένας φαλακρός και ζαρωμένος γέρος πάνω σε μια παλιά πλαστική καρέκλα. Κοιτάζει αποχαυνωμένος στο εσωτερικό του σπιτιού του, την τηλεόραση. Προσπερνάω και κατευθύνομαι προς το μικρό σπίτι που τρέμει υπό τους ξέφρενους ρυθμούς της ροκ. Όσο πλησιάζω διακρίνω όλο και πιο καθαρά το πιάνο που τους ανταγωνίζεται.

Καθώς φτάνω στην αυλόπορτα της μονοκατοικίας, νομίζω πως ο κόσμος σείεται κάτω από τις πατούσες μου. Το έδαφος τρέμει για λίγο και μια ενέργεια μέσα μου δυναμώνει και νιώθω κάτι να με σπρώχνει προς το εσωτερικό του σπιτιού. Πριν το καταλάβω ρίχνω έναν πήδο και περνάω ανάμεσα από τα κάγκελα της κλειστής αυλόπορτας. Κολλάω στον τοίχο και περπατάω πίσω από τις γλάστρες με τις πρασινάδες και τα πολύχρωμα λουλούδια.

Έχει τόση φασαρία εδώ πέρα που μπορώ να παρατηρήσω τριγύρω χωρίς να με δει κάποιος που θα θελήσει να με διώξει. Με αυτή την μικρή σκέψη, κρύβομαι πίσω από μία κόκκινη γλάστρα και κοιτάζω την μικρή αυλή μέσα από τα κλαδάκια και τα φύλλα.

Παρακολουθώ:

Ένα παχουλό κορίτσι-τεράστιο σαν αερόστατο- με βαμμένα κόκκινα μαλλιά κομμένα ερασιτεχνικά, σκισμένο τζιν, μαύρα νύχια κι άρβυλα, κάθεται αναψοκοκκινισμένη στο μικρό σκαλί μπροστά από μία πόρτα που έχει πάνω της τετράγωνα  τζαμάκια. Κάτι γράφει θυμωμένη σε ένα τετράδιο κουνώντας το κεφάλι της στον ρυθμό του τραγουδιού που ξεχύνεται σαν χείμαρρος από το παράθυρο δίπλα και πάνω απ’ το κεφάλι της. Η μουσική στη διαπασών.

<< Ανόητο δαιμονισμένο αγοροκόριτσο! >>, σταματάει το πιάνο με τρία δυνατά χτυπήματα τυχαίων πλήκτρων και από κάπου ψηλά ακούγεται μια λεπτή αγορίστικη φωνή, << Θα χαμηλώσεις λίγο την μουσική σου βασίλισσα να αφήσεις την δόλια την γειτονιά στην ησυχία της και να μου επιτρέψεις κι εμένα να κάνω την εξάσκησή μου στο πιάνο; >>

<< Όχι, όχι, όχι και πάλι όχι! >>, φωνάζει το κορίτσι  με τα ροδαλά μάγουλα πάνω από τη μουσική συνεχίζοντας να γράφει.

<< Είσαι βλαμμένη! Το ξέρεις; >>

<< Χα! ΧΑΧΑ… Αυτό ήταν βρισιά; >>, σηκώνει  το κεφάλι της και κοιτάει αριστερά και ψηλά απ’ όπου ταξιδεύει η αγορίστικη φωνή, << Αν θέλεις κατέβα κάτω και χαμήλωσέ το μόνος σου ρε φλώρε! >>

Ακολουθεί παύση για σιωπή. Μόνο οι μουσικές ακούγονται πάλι μπερδεμένες. Μεταφέρω -ήδη πιασμένος- το βάρος μου στο άλλο πόδι.

Και ποιος μας λέει ότι η ζωή δεν είναι απλά ένα όνειρο; Ένα όνειρο σαν αυτά που βλέπουμε όταν κοιμόμαστε και σταματάμε να υπάρχουμε ολόκληροι σε αυτόν τον κόσμο; Αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση και που είναι μακριά μας. Αυτά που ακούμε, αλλά ποτέ δεν ζούμε. Εκείνα που διαβάζουμε. Πώς στο καλό ξέρουμε ότι όλα αυτά είναι πραγματικότητα; Ότι δεν είναι προϊόντα της φαντασίας μας; Όταν έχουμε παραισθήσεις δεν το καταλαβαίνουμε, όπως και με τα όνειρα που όταν ζούμε και δρούμε μέσα τους, πιστεύουμε πως είναι αληθινά.

Το κορίτσι διαβάζει μέσα από το τετράδιό της με τόσο ψιθυριστή φωνή, που κανένα ανθρώπινο αυτί δεν θα μπορούσε να συλλάβει πίσω από όλη τη φασαρία που γίνεται αυτή τη στιγμή. Εγώ  όμως, που όπως είπαμε, είμαι γάτος μπορώ και την ακούω!

Γιατί να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας, όταν αυτές οι ίδιες μας προδίδουν; Τις εμπιστευόμαστε μόνο και μόνο επειδή είναι το μοναδικό πράγμα πάνω στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε; Επειδή κατά βάθος… είναι το μόνο πράγμα που διαθέτουμε; Είναι η μόνη οδός που μπορεί να μας οδηγήσει στην αλήθεια; Και γιατί πρέπει πάντα να υπάρχει κάποιος τρόπος; Γιατί απλά να μην υπάρχει τρόπος και όλα αυτά να είναι ένα…. Χμμ… ένα ΑΣΤΕΙΟ, μία φάρσα. Γιατί να είναι όλα τόσο εύκολα; Για να μην τρελαθούμε τελείως και πάμε και φουντάρουμε… Γι’ αυτό!

Μια αηδιαστική αλογόμυγα ζουζουνίζει γύρω από τα τρίγωνα αυτιά μου και κάθεται πάνω στην μύτη μου. Την κοιτάω που είναι μπροστά στα μάτια μου και κάτι ετοιμάζει με τα πόδια της προκλητικά αδιάφορη. Αντιδράω άμεσα και της δίνω μία σφαλιάρα με την πατούσα μου, ενώ συγχρόνως φταρνίζομαι. Όλες αυτές οι κινήσεις προκαλούν έναν μικρό πανικό εδώ ανάμεσα στα κλαδιά και τα τραγανά φύλλα που αρχίζουν να κάνουν κάτι ήχους σαν κρακ και κρακ, ενώ το τραγούδι φτάνει στο τέλος του.

Παγώνω στην θέση μου και κρατάω την αναπνοή μου.

Οι τελευταίες νότες ακούγονται σαν από κάπου μακριά.

<< Τώρα μπορείς να με αφήσεις να παίξω σε παρακαλώ; >>, λέει το αγόρι με ήρεμη φωνή.

Στρέφομαι προς τα πάνω και μέσα από τα φύλλα διακρίνω ένα δίπατο σπίτι με ένα ανοιχτό παράθυρο, που πίσω από μια λεμονιά, βλέπει στην μικρή αυλή. Εκεί μέσα υπάρχει ένα τεράστιο μαύρο και γυαλιστερό πιάνο. Βλέπω και τα κοκκαλιάρικα χέρια του μουσικού και τα ασπρουλιάρικα δάχτυλα του που αλλάζουν σελίδες και χαϊδεύουν αστραπιαία τα πεντάγραμμα.

<< Όχου! Φαγωμάρα άνθρωπε…! Αμάν! >>, το κορίτσι σηκώνεται όρθιο και μοιάζει ακόμα πιο πολύ με γιγαντιαίο αερόστατο τώρα.

Μπαίνει στο σπίτι και γυρίζει μετά από κάτι δευτερόλεπτα και κάθεται πάλι στο σκαλί. Κοιτάει τις σημειώσεις της και ξύνει την κορυφή του κεφαλιού της ανακατώνοντας μερικές κόκκινες τρίχες.

<< Άντε παίξε να τελειώνουμε! >>, φωνάζει εκείνη αν κι αυτός έχει ήδη αρχίσει να παίζει πιάνο κανονικά και χωρίς να βαράει με δύναμη τα χέρια του πάνω του.

Και τα δάχτυλα τρέχουν και παράγουν μία αρμονία που φεύγει από το ψηλό δωματιάκι του αγοριού και χώνεται ανάμεσα από τα κλαδιά και τα λεμόνια, γλιστράει στον κορμό, περπατάει στο τσιμεντένιο δάπεδο και χορεύει καθώς εισχωρεί στα αυτιά μου.

Το κορίτσι δείχνει να ηρεμεί, αλλά συνεχίζει να μουρμουρίζει μόνη της με γερμένο κεφάλι και κλειστά μάτια:

<< Για όλα φταίει αυτός ο Σοπενχάουερ… Και η φιλοσοφία γενικώς που με όλες αυτές τις βλακείες μου δημιουργεί κατάθλιψη! Τι τα θέλω και τα διαβάζω κι εγώ η μαζοχίστρια; Σε τι βοηθάνε τέλος πάντων; >>, αρχίζει να κάνει μαλάξεις στους κροτάφους της και σιωπά.

<< Τι παίζεις; >>, ρωτάει με δυνατή φωνή για να ακουστεί, αλλά εκείνος δεν της απαντάει.

Πρέπει να αισθάνεται τα μάτια μου που την κοιτάνε πίσω από τη γλάστρα, γιατί ξαφνικά με κοιτάει κι εκείνη κατάματα. Σηκώνεται πάνω και πλησιάζει σιγά-σιγά την κρυψώνα μου τρίβοντας τα δάχτυλά της και κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο που απευθύνουν οι άνθρωποι σε εμάς τους γάτους. Εγώ κοκαλώνω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Μου ξεφεύγει ένα νιαούρισμα. Παραμένω ακίνητος, ενώ ταυτόχρονα είμαι σε ετοιμότητα για φυγή. Μην ξεχνάμε ότι εκτός από γάτος, είμαι και μαύρος!

<< Έι! Έλα εδώ εσύ… >> σκύβει η παχουλή κοπέλα για να με κοιτάξει καλύτερα, << Μην φοβάσαι… Βγες έξω να σε δω καλύτερα…>>, προσπαθεί να με καθησυχάσει φαίνεται, << Στο υπόσχομαι δεν θα σε πειράξω >>.

Στρέφεται προς το δωμάτιο του αγοριού.

<< Μάνο! Έλα να δεις ρε! >>, λέει στο αγόρι και του κάνει  με το χέρι νόημα να κατέβει κάτω.

Τον βλέπω που εμφανίζεται στο ανοιχτό παράθυρο.

Ο Μάνος κατεβαίνει από την σκάλα που είναι κολλημένη στον τοίχο πίσω από τη λεμονιά. Είναι μία ξύλινη κατασκευή -βαμμένη με κόκκινη μπογιά-  που ενώνει το παράθυρό του με την αυλή του δικού της σπιτιού. Εκείνος είναι πολύ αδύνατος και λευκός. Μοιάζει αδύναμος καθώς πλησιάζει. Τα άκρα του είναι λεπτά και μακριά σαν καλάμια. Έχει μικρά μαύρα μάτια και γαντζωτή μύτη που τον κάνει να φαίνεται απόμακρος και λίγο σνομπ. Φοράει ρούχα σε πολύ ανοιχτά χρώματα, που σε συνδυασμό με το αρρωστιάρικο δέρμα του, προκαλούν μία αίσθηση παγωνιάς. Το μόνο πράγμα που δείνει λίγο ζωντάνια πάνω του είναι τα σγουρά και χρυσαφιά μαλλιά του που ξεπηδούν από το κεφάλι του σαν βαριά ελατήρια.

<< Τι έγινε; >>, ρωτάει αδιάφορος το κορίτσι που είναι ακόμη σκυμμένο μπροστά μου και τον κοιτάει δείχνοντάς του με το δάχτυλό της εμένα.

Σκύβει κι αυτός να κοιτάξει. Κάνω ένα βήμα πίσω, αλλά κολλάω στον τοίχο.

<< Δεν είναι πανέμορφος; >>, λέει ενθουσιασμένη, << Πρέπει να είναι ολόμαυρος! Τι λες; >>, τον κοιτάει,α αλλά το βλέμμα της μεταφέρεται απότομα προς το σπίτι του, ψηλά στο παράθυρο που παραμένει ανοιχτό, << Έι, ρε συ! Παίζει μόνο του το πιάνο; >>, λέει συγκρατημένα παραξενεμένη.

<< Ναι, το κάνει καμιά φορά… >>, ανασηκώνει βαριεστημένα τους ώμους του, << Από πότε συμπαθείς τα ζώα και ιδίως τους μαύρους γάτους; >>, μου ρίχνει μία τελευταία αδιάφορη ματιά και στρέφεται σε αυτήν με σχετικά παγωμένο βλέμμα.

<< Από πάντα έξυπνε! >>, του βγάζει τη γλώσσα, << Τι έπαιζες ή… τι παίζει τέλος πάντων…; >>.

<< Σοπέν. Ο αγαπημένος μου >>.

<< Χμ…, Εγώ πριν λίγο διάβαζα φιλοσοφία. Εκείνο το χοντρό βιβλίο που έχει η μάνα μου ρε συ! Έχει διάφορα αποσπάσματα από φιλοσοφικά βιβλία >>, ξεφυσάει νιώθωντας πως αυτά που λέει δεν τον ενδιαφέρουν, << Ξέρεις…, όταν βαριέμαι, το ξεφυλλίζω >>.

Ακολουθεί μια μακρά περίοδος σιωπής.

Ο Μάνος πάει και κάθεται στο σκαλί που καθόταν πριν λίγο το χοντρό κορίτσι. Εκείνη τον ακολουθεί και κάθεται ανακούρκουδα δίπλα του, αλλά κάτω στο δάπεδο, επειδή δεν χωράνε και οι δυο τους εκεί. Συνεχίζει να με παρατηρεί κι εγώ για κάποιον λόγο συνεχίζω να μένω στην θέση μου ανταποδίδοντας την βαθιά ματιά.

<< Να τον πούμε Σοπέν; >> , λέει περισσότερο σαν να ρωτάει εμένα παρά το αγόρι, << Ταιριάζει και με το όνομα αυτού του φιλοσόφου που σου είπα…! Λεγόταν Σοπενχάουερ! >>, γυρίζει να τον κοιτάξει, << Δεν είναι και πολύ κουλ; >>.

<< Μπαα… >>, αποκρίνεται.

Ο ήλιος δεν βρίσκεται και τόσο ψηλά πια. Σε μερικές ώρες θα αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα παιδιά κάθονται αμίλητα μπροστά από την πόρτα με τα τετράγωνα τζαμάκια. Το αγόρι αφουγκράζεται την μουσική του, ενώ το κορίτσι την σκέψη του. Τεντώνει τα πόδια της και κοιτάζει τα αρβυλάκια της. Μαύρα και γυαλιστερά.

<< Σκέφτηκες ποτέ ότι όλα αυτά μπορεί να είναι ένα όνειρο; >>

<< Πολλές φορές… Αλλά το ξεπέρασα >>.

<< Πώς; >>

<< Σταμάτησα να το σκέφτομαι >>.

<< Τι; Έτσι απλά; Πώς γίνεται; >>, λέει το κορίτσι κάπως θυμωμένο, << Πώς μπορείς να σταματήσεις να το σκέφτεσαι; Παύεις να αμφιβάλλεις για την ίδια την ύπαρξή σου και την θεωρείς δεδομένη; Και πιστεύεις ότι αυτό είναι φυσιολογικό και υγειινό; Επειδή θα σε κρατήσει ασφαλή; >>, παίρνει ανάσα, << Πώς γίνεται να κρύβεσαι από τον εαυτό σου; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτός ο γάτος πίσω από τη γλάστρα υπάρχει; Όταν δεν ζεις μέσα του. Όταν δεν πας εκεί όπου πηγαίνει. Όταν θα φύγει και θα χαθεί μπροστά από τα μάτια σου. Πώς θα είσαι σίγουρος ότι υπάρχει, όπως κι εσύ; >>, γυρίζει και τον κοιτάει έντονα.

Μα υπάρχω. Είμαι εδώ και σας ακούω. Πώς γίνεται να μην υπάρχω; Μα υπάρχω…

Μουσικό κενό: Το πιάνο κάνει παύση και συνεχίζει μόνο του με ένα καινούργιο κομμάτι.

***    ***

Μερικές φορές η ζωή γίνεται παράξενη. Η αίσθηση κρατάει κάτι πολύ μικρές στιγμές, αλλά εφιαλτικές. Λες και βουτάω σε έναν πολύχρωμο στρόβιλο από σκέψεις, λέξεις, γεγονότα, όνειρα, σκοτάδι, αστέρια και εκρήξεις. Είναι κάτι διαλλείματα και περίοδοι παγωμένου χρόνου που νομίζω πως είμαι τίποτα. Νιώθω τίποτα. Και αμφισβητώ. Και συνειδητοποιώ. Υπάρχω; Υπάρχω όπως νομίζω ότι υπάρχω; Υπάρχω αλλιώς; Ή δεν υπάρχω καθόλου;

***      **

<< Απλώς υπάρχει Μελίνα… >>, της λέει για πρώτη φορά με ενδιαφέρον και απλώνει το χέρι του για να την αγκαλιάσει, << Μην ανησυχείς… >>, παίρνει βαθιά εισπνοή, << Μία μέρα θα ταξιδέψουμε μακριά από εδώ… Θα ξεφύγουμε και θα δεις ότι υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, άνθρωποι και μέρη πέρα από αυτή την γυάλα >>.

<< Νιώθεις κι εσύ πως είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα; >>

Κουνάει καταφατικά το κεφάλι του, που είναι γεμάτο μπούκλες.

<< Όμως, θα το σκάσουμε γρήγορα αν συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε έτσι και δεν αφήσουμε τους άλλους να μας επηρεάσουν! Αν δεν αλλάξουμε πολύ στην πορεία… >>.

<< Σε ευχαριστώ >>, του λέει απλά.

Φιλιούνται.

Και είναι τόσο σουρεαλιστική και παράδοξη η εικόνα, όπως και όλες αυτές οι σκέψεις τους και τα συναισθήματα που μου προξένησαν. Μία τεράστια αντίθεση σκάει μέσα στα μάτια μου κι εγώ αρχίζω και ζαλίζομαι και νομίζω ότι ο εγκέφαλός μου θα εκραγεί και θα σπάσει σε χιλιάδες πολύχρωμα κομμάτια. Και κάτι με περιστρέφει γύρω-γύρω και νομίζω πως θα μετατραπώ σε γυαλιστερή σκόνη και θα χαθώ και μετά θα μείνουν μόνο οι σκέψεις μου και θα είμαι σαν αόρατος.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι για γάτους! Είμαι ένα ζώο. Δεν μπορώ να σκέφτομαι…

Αποφασίζω να φύγω. Τρέχω σαν τον κλέφτη.  Κυνηγημένος. Πηδάω ανάμεσα από τα κάγκελα της αυλόπορτας. Γυρίζω πίσω λοιπόν ακριβώς από εκεί που ήρθα! Πάω εκεί που ανήκω. Στον δρόμο και με έναν μικρό -αλλά καλυμμένο προσεκτικά- φόβο για το τι θα γίνει μετά… Ξαπλώνω κάτω από την πορτοκαλιά σαν να μην έγινε τίποτα και

Κλείνω τα μάτια.

***      ***

Advertisements

17 thoughts on “Σ ο π έ ν

    1. Μελιτάκι σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το τραγούδι σου! Ήταν ορισμένα σημεία που ταίριαζαν απόλυτα στον τετράποδο ήρωά μας 😉

      Σε ευχαριστώ! 🙂 🙂

      Να έχεις ένα ξεκούραστο απόγευμα!

    1. Μαρινάκι…, παραδόξως ούτε κι εγώ είμαι η τρομερή φαν των γάτων (χαχα)!!
      Πάντα προτιμούσα τους σκύλους, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να πάρω έναν δικό μου…

      Σε ευχαριστώ για την ανάγνωση!

      Καλό απόγευμα με κιτρινιάρικα πολλά 🙂 🙂

  1. Αχ! γατούλι…τι θες και ανακατεύεσαι με τους ανθρώπους, η Ζωή είναι παράξενη και ευτυχισμένος «αυτός» που δεν είναι τίποτα…
    Στις μέρες της παράνοιας, αυτές οι ιστορίες είναι οι Αληθινές!

    ΑΦιλάκια και καληνύχτα μαγική φωνούλα! :))

    1. Ναι, τι παράξενο! Ένας γάτος παρακολουθεί και ακούει τις σκέψεις των ανθρώπων! Ήθελε να δει για λίγο πώς είναι να είσαι άνθρωπος… και γύρισε πίσω στο σπίτι του!! Αλλά, πως μπορεί να αισθάνεται ευτυχισμένος »αυτός» που δεν είναι τίποτα; Αφού όντας τίποτα δεν θα του δωθεί ποτέ η ευκαιρία να νιώσει κάτι! 😉
      Στις μέρες της παράνοιας…., όπως τα λες!

      ΑΦΦΦΦΦΦιλάκια και καλησπέρα καλή μου μαγισσούλα!

  2. magikifoni, η ανάρτησή σου είναι γεμάτη φιλοσοφικά ερωτήματα… ή κάνω λάθος; Μιλάς για συνείδηση, μιλάς για φαντασία, μιλάς για πολλά πράγματα! Δεν ξέρω αν είναι σκόπιμο να αναπτύξω το σχόλιό μου προς αυτή την κατεύθυνση καθόσον και οι υπόλοιποι σχολιαστές δεν το έκαναν. Οπότε για να μην ξεφύγω κι εγώ από την πεπατημένη, απλώς θα έλεγα αυτό που είπε και η καλή μάγισσα Άιναφετς λίγο πιο πάνω: Που πάει να μπλεχτεί ο γάτος με τους ανθρώπους… 🙂

    (Μεταξύ μας πάντως, η ανάρτηση νομίζω πως σηκώνει αρκετή φιλοσοφική συζήτηση. Άραγε υπάρχουμε ή ονειρευόμαστε πως υπάρχουμε; Και πότε συνειδητοποιούμε ότι έχουμε συνείδηση; Και… και… και… 😉 )

    Την καλησπέρα μου.

    1. Αγαπητέ Τελευταίε η συγκεκριμένη ανάρτηση είναι… »ποτισμένη» με φιλοσοφικά (κι έντονα υπαρξιακά) ερωτήματα και όχι, δεν κάνεις λάθος..! Αντίθετα, πάλι σωστά τα λες! 🙂 Θα έλεγα λοιπόν, πως -ναι- ηταν σκόπιμο να αναρωτηθεί κανείς και γενικά να γράψει την όποια σκέψη θα γεννιόταν μέσα του μετά από την ανάγνωση της ιστορίας … Όσο γι’ αυτό που είπε η καλή μας μαγισσούλα, αλλά κι εσύ… Ξέρεις τι λένε: η περιέργεια σκότωσε τη γάτα…. χμμ.. χαχα 😉

      ( Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου! Εξάλλου αυτή είναι και η κεντρική ιδέα της ιστορίας σε πρώτη όψη. Η φιλοσοφική αναζήτηση, η αμφιβολία, η συζήτηση… Είναι ευπρόσδεκτη λοιπόν η όποια σκέψη σου σχετικά με τέτοια ερωτήματα, που απ’ ότι καταλαβαίνω, δεν είναι και λίγα… 😉 Αυτός ήταν ένας από τους σκοπούς μου έτσι κι αλλιώς 😀 Και… ένα ακόμη ερώτημα: Αν όλα αυτά είναι ένα όνειρο, ο θάνατος είναι το ξύπνημα (αυτό είναι κρυμμένο σε κάποιες λεπτομέρειες προς το τέλος που ο γάτος »κλείνει τα μάτια» με έναν »προσεκτικά καλυμμένο φόβο για το τι θα γίνει μετά»);;; Και που πάμε ύστερα; Σε αυτό που πραγματικά είμαστε ή, όπως έλεγε ο Νίτσε, θα ξαναζήσουμε την ζωή μας έτσι όπως την έχουμε ήδη ζήσει κι όλο αυτό είναι ένας φαύλος κύκλος… και.. και.. και.. 😉 )

      Δεν σου κρύβω, ότι πάλι με έκανες να χαμογελάσω…!

      Σε ευχαριστώ πολύ.

      Σου στέλνω τις ευχές μου για ένα ξεκούραστο βράδυ.

      1. Τα ερωτήματα που υποβάλλουν οι πρωταγωνιστές σου, αν υπάρχουν ή όχι, αν όλο αυτό είναι ένα όνειρο κλπ., είναι στηριγμένα θαρρείς στην πλατωνική φιλοσοφία. Το αίσθημα δε του εγκλεισμού, της «φυλακής» που νιώθουν πως βρίσκονται και που τους πνίγει, μπορεί από την άλλη να βρει την απάντησή του στη φιλοσοφία του Επίκουρου, ο οποίος μίλησε για τους φίλους και την αξία της φιλίας, για την ελευθερία και την ευτυχία. Ο γάτος παρατηρεί μια αμιγώς φιλοσοφική σκηνή με έντονο υπαρξιακό υπόβαθρο που περισσότερο ταιριάζει σε μεγαλύτερης ηλικίας ανθρώπους, αλλά εσύ πανέξυπνα το έχεις καμουφλάρει πίσω από την (δήθεν) αφέλεια δυο νεαρών! Και μάλιστα η προδιάθεση του αναγνώστη δεν οδηγείται προς την κατεύθυνση αυτή, αν δει κανείς το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά και το σκισμένο παντελόνι! Δε θα μπορούσα να παραλείψω και το εξαιρετικό χιούμορ σου που το αφήνεις ανάγλυφο να διαχυθεί παντού δια του πιάνου που ως δια μαγείας παίζει μόνο του. Και βεβαίως, το κλείσιμο είναι αριστοτεχνικό επίσης κάνοντας σαφέστατο το διαχωρισμό μεταξύ του έλλογου όντος – ανθρώπου και του άλογου όντως – γάτος που δεν είναι ικανό να συλλάβει τέτοιες έννοιες και φεύγει «σαν κυνηγημένος», παρά το γεγονός ότι είναι «γάτος», χα, χα, χα…

        😉

        Καλό σου βράδυ και συνέχισε να γράφεις έτσι απλά και ωραία!

        Υ.Γ. Είχες δεν είχες με κατάφερες να γράψω τελικά τις σκέψεις μου…

  3. @Τελευταίε: Η περιγραφή σου είναι υπέροχη και χαίρομαι που ένιωσες, παρατήρησες και σκέφτηκες αυτά που ήθελα να »περάσω» μέσα από τις λέξεις… 🙂

    Θέλω όσο τίποτα να συνεχίσω να γράφω, οπότε θα βάλω όλη μου την ενέργεια!

    Υ/Γ: Χα χα… μα ξέρεις πόσο σημαντικό είναι 😉

    Σε ευχαριστώ πολύ!

  4. » Και ποιος μας λέει ότι η ζωή δεν είναι απλά ένα όνειρο; Ένα όνειρο σαν αυτά που βλέπουμε όταν κοιμόμαστε και σταματάμε να υπάρχουμε ολόκληροι σε αυτόν τον κόσμο; Αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση και που είναι μακριά μας. Αυτά που ακούμε, αλλά ποτέ δεν ζούμε.»

    Το έχω σκεφτεί άπειρες φορές είδικότερα το τελευταίο διάστημα. Τείνω να πστέψω πώς κάτι τέτοιο συμβαίνει. Πολύ καλό το πόστ σου.

    1. Εγώ πάλι, αυτό το συναίσθημα το είχα από την αρχή της εφηβείας μου και το κουβαλάω μέχρι τώρα κάπου στα μισά… Το ξεχνάω για κάποιον καιρό, αλλά ξαναεμφανίζεται… Δεν θα ήθελα να χαθεί ποτέ!

      Σε ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και τον χρόνο σου!

      Να περάσεις όμορφα το σκ! 🙂

  5. Είχα διαβάσει το κείμενό σου αλλά δεν είχα προλάβει να σχολιάσω, παρόλο που σκάω ένα χαμόγελο αντιμοναχικό(!) κάθε φορά που συναντώ κι αλλουνού τις σκέψεις να ‘παίζουν’ με τέτοια ερωτήματα.. πφφ, κάτι τέτοιοι προβληματισμοί σχετικά με την ύπαρξή (ή μη – ) μας τον τελευταίο χρόνο έχουν αρχίσει να με («)αποδιοργανώνουν(«) πολύ και σε πολλά επίπεδα. Και αυτό δεν εξαιρεί σχεδόν καθόλου και την ίδια την καθημερινότητα και όλες της τις δράσεις. Σε σημείο του να γίνομαι παρατηρητής της ζωής που περνά εμπρός μου μπας και καταφέρω να την ‘ξεσκεπάσω’. Επειδή όμως μου έχει εκμαιευτεί (το να εκμαιεύονται τα πράγματα από μέσα σου, το θεωρώ πολύ σημαντικό, και διαφοροποιό στοιχείο από το να σε πείθουν και μόνο, άλλοι – ακόμα κι αν αυτοί υπήρξαν φιλόσοφοι ή σοφοί άνθρωποι) το να γίνομαι η ίδια κάθε δυνατός αντίλογος στον ίδιο μου τον εαυτό, προκειμένου να με κρίνω σφαιρικά και να μη χάνομαι σε ιδεολογικά ‘κολλήματα’ (καλά, δεν το καταφέρνω τόσο καλά κι ας το επιχειρώ:Ρ), φτάνουν οι στιγμές που σκέφτομαι ενδεχόμενα οι προβληματισμοί αυτοί να είναι μια ‘παγίδα’ ας πούμε, ή κάτι ετεροκαθορισμένο, ή ένα προβάδισμα του νου, ο οποίος μπορεί να έχει τις δυνατότητες να μας ξεπεράσει και να μας ελέγχει ( αυτό το ενδεχόμενο εντάσσεται στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας! όπου ο κόσμος καταλαμβάνεται από ‘πανέξυπνους’ εγκεφάλους, βλέπε ρομπότ, μηχανές, πιθανούς εξωγήινους, κατευθυντήριους νοητικά εξοπλισμούς όπου εδώ μπορεί ίσως να ενταχθεί και το ανθρώπινο μυαλό). Μέχρι και συνέπεια εγκεφαλικών μηχανισμών που ‘κρέμονται από μια κλωστούλα’ μπορεί να είναι αυτοί οι προβληματισμοί, όπως διάβασα σε ένα άρθρο κατά το οποίο η επιστήμη είχε βάσιμες κατευθύνσεις προς τέτοιες θέσεις, ότι δηλαδή το να ερμηνεύεις τον κόσμο με τον τρόπο χ απέχει μια ‘μετατόπιση’ μόνο στις εγκεφαλικές λειτουργίες από το να τον ερμηνεύεις με τον τρόπο ψ, ας πούμε. Δεν ξέρω. Προσωπικά, είμαι ανοιχτή σε όλα. Δηλαδή δε θα ήταν και μεγάλη έκπληξη να ισχύει και η πιο ακραία εξήγηση. Ακόμα και το να ζούμε ένα τεράστιο όνειρο, ή μια φούσκα( χωρίς να λέω ότι θα ταν αυτό οπωσδήποτε το πιο ακραίο). Μετά από αυτές τις σκέψεις μαζικά, παίζει πονοκέφαλος ή κατάσταση απίστευτης αδράνειας αν μπορώ να την πω έτσι, οπότε κάπου εκεί είναι που δίνεις κανα δυο σφαλιάρες στον εαυτό σου να ξυπνήσει και να συνεχίσει να ανταπεξέρχεται στο πρόγραμμα της καθημερινότητας, που -αλίμονο!- σε κυνηγάει πάντα..!(όσο αφήνεσαι μάλλον να έχει πρωτεύουσα σημασία αυτή η πλαστή καθημερινότητα με τα καλά και τα κακά της, και σίγουρα την κυριαρχία της στις επιλογές όλων, με ελάχιστες εξαιρέσεις..) Δεν καταλήγεις κάπου, μέχρι εδώ( δεν ξέρω και αν είναι και απόλυτα επιθυμητό ή και συμφέρον να καταλήξεις.. το πώς να καταλήξεις κάπου δε, πιο άγνωστο απ’όλα) Στο μεταξύ, ο χρόνος να κυλάει ακατάπαυστα, έστω στην κοινώς αποδεκτή πραγματικότητα όπου η παρουσία του χρόνου είναι αδιαμφισβήτητη, και εσένα να μη σε ρωτάει εννοείται.

    Αυτά είχα να πω, μαζεμένα μαζεμένα. Συγνώμη για το μέγεθος που προέκυψε στο σχόλιο.! Δεν συνηθίζω να τα συζητώ με άλλους αυτά, αλλά η αφορμή του κειμένου ήταν αρκούντως προκλητική, σε συνδυασμό με αυτό που είπες στα παραπάνω σχόλια ότι ήταν σκόπιμο και να γραφτούν οι όποιες σκέψεις του αναγνώστη. Soooo..
    * το ‘χεις με τις ιστορίες 🙂
    * καλό απόγευμα!

    1. @The Butter of Lies,
      Είναι καλό να παρατηρούμε την ζωή, την κίνηση τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους γύρω μας, αλλά ακόμα καλύτερο είναι να ΄’βγαίνουμε» από το σώμα μας και να κοιτάμε τον εαυτό μας από μια άλλη διαφορετική οπτική γωνία σχηματίζοντας έτσι μία πιο »σφαιρική» άποψη, όπως είπες, για το είναι μας! Τα φιλοσοφικά ερωτήματα αποδιοργανάνουν (εμένα μου προκαλούν και κατάθλιψη πολλές φορές! κάποτε τις έβρισκα ανούσιες όλες αυτές τις σκέψεις…), αλλά πιστεύω ότι αν βοηθούν σε κάτι, αυτό είναι να μας κάνουν να εκτιμούμε περισσότερο την ζωή, αυτό που έχουμε τώρα ακόμα κι αν αυτό είναι μία δυνατή παραίσθηση ή ένα καλοστημμένο αστείο. Δεν παύει να είναι αυτό που μας έχει δωθεί.
      Όσο για τα ρομπότ και τις έρευνες που έχουν σχέση με όλους αυτούς τους συλλογισμούς, πλέον όλα τα περιμένουμε από αυτή την ζωή… Ποτέ δεν ξέρεις!
      Για το μέγεθος του σχόλιου μην έχεις καθόλου τύψεις! 🙂 Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιούμε ότι και οι άλλοι σκέφτονται πράγματα που μας προβληματίζουν κι εμάς τους ίδιους τόσο πολύ;; Πολλές φορές οι άνθρωποι έχουμε τις ίδιες ανησυχίες αλλά δεν τις συζητάμε μεταξύ μας και έχουμε την εντύπωση πως είμαστε οι μοναδικοί… 😉
      Σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου λοιπόν για τις σκέψεις σου και τον χρόνο σου!

      Καλησπέρα!
      🙂 🙂

  6. Το γατί σου,μπερδεύτηκε με τον κόσμο..ένα παράλογο,ένα άσχημο κόσμο…πώς να αντιληφθεί λοιπόν το καημένο το γατί τις δικές μας σκέψεις;;Το τρελάναμε…ΥΠΕΡΟΧΟ κείμενο…υπέροχο απλά…κι επειδή την ώρα που το διάβαζα έτυχε να ακούω αυτό (και μου έμοιαζε σαν ιδανική μουσική υπόκρουση) http://www.youtube.com/watch?v=ZXtM7B-rY70 ,λέω να το αφιερώσω στο γάτο σου…καλησπέρα! 🙂

    1. Αγαπητή όνλι εντ τζαστ μι ( 😀 ), δεν είναι μόνο ο γάτος αυτός που δεν καταλαβαίνει τις σκέψεις μας, αλλά και εμείς οι ίδιοι πολλές φορές… Ναι, το τρελάναμε τόσο που ίσως και να σημαδέψαμε την μυστηριώδη ζωή του για πάντα… Δεν είναι παράξενο;
      Το τραγούδι είναι πολύ όμορφο. Κουβαλάει κάτι περίεργο… λίγο σουρεαλιστικό, λίγο παραμυθένιο… νομίζω πως έχεις δίκιο. Θα ήταν εξαίρετο σάουντρακ!! Πραγματικά 🙂 Ο γάτος θα ξετρελαθεί…

      Σε ευχαριστώ πολύ πολύ!

      Να έχεις μια όμορφη μέρα 🙂 με χαμόγελο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s