» Ένα χαρτάκι… » ♦ [απόσπασμα]

Χάθηκα λες και με κατάπιε η γη. Ούτε μια πρόταση, ούτε ένα σχόλιο από μέρους μου αγαπητοί γείτονες της μπλογκογειτονιάς. Περιττό να πω πως όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν διάβαζα τις σκέψεις και τις ιστορίες σας. Στην πραγματικότητα μπλέχτηκα ανάμεσα στα μαθήματα του σχολείου, σε κάτι πρόβες και κυρίως στην έλλειψη έμπνευσης.

Γι’ αυτό νομίζω ότι είναι καιρός να σας εμπιστευτώ κάτι πολύ σημαντικό. Είναι ένα μικρό απόσπασμα. Μερικές παράγραφοι από μια ατέλειωτη ιστορία που ξεκίνησα να γράφω πρόπερσι, την παράτησα, την ξαναέπιασα πέρυσι το καλοκαίρι για να την ξανά-αφήσω στα αρχεία και να μείνω έτσι να αναρωτιέμαι τελικά. Θα την τελειώσω ποτέ;

Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου μου (γελάστε εδώ!) είναι μια έφηβη που πηγαίνει στο γυμνάσιο κι αρχίζει τυχαία να ανακαλύπτει την φιλοσοφία.. Το όνομά της είναι Ζωή και είναι αυτή που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, καθώς παράλληλα περιγράφονται διάφορα περιστατικά, σκέψεις και συναισθηματα που βιώνουν οι τρεις καλύτεροί της φίλοι..

Δεν είναι τίποτα σημαντικό. Υπάρχουν πολλά κενά στην αφήγηση και την πλοκή. Τεράστιες ελλείψεις και λάθη. Κάποιες φορές ίσως και να μην οδηγούν πουθενά όλα αυτά.

Αλλά,θέλησα να σας εμπιστευτώ ένα από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα. Μιας κι έλειψα τόσο καιρό από την παρέα και δεν σας έχω χαρίσει κάτι…

Σας το παραδίδω. Δειλά και με αγάπη.

(Μιλάει η Ζωή)

Τα πρωινά του Σαββάτου είναι τα  καλύτερα, γιατί δεν είμαι υποχρεωμένη να σηκωθώ με το ζόρι κι έχοντας μία διάθεση για αυτοκτονία. Είναι τα καλύτερα, γιατί, επιπλέον, δεν είναι τα τελευταία πρωινά με ελευθερία. Ακολουθεί πάντα η Κυριακή (που είναι φυσικά η χειρότερη μέρα της εβδομάδας ).

Είχα τέτοια καλή διάθεση εκείνο το Σάββατο, που δεν σηκωνόμουνα από ο κρεβάτι ίσα- ίσα για να φτύσω τον ήλιο που τρύπωνε σαν ενοχλητικός εισβολέας από την τζαμόπορτα. Τι ήθελε ο ήλιος ένα πρωί του φθινοπώρου από τη ζωή μου;

Έμεινα εκεί ναρκωμένη από τη ζεστασιά του παπλώματός μου. Την φασαρία του ξύπνιου σπιτιού την αγκάλιαζαν τα αυτιά μου και την δέχονταν κι εγώ δεν έκρυβα το πρόσωπό μου με αγανάκτηση κάτω από το μαξιλάρι.

Μία ωραία μέρα που δεν είχε καμία σχέση με όλες τις άλλες στη ζωή μου, ώσπου το κουδούνι τάραξε την κίνηση του σπιτιού και το πέτρωσε λες και ξαφνικά το ψέκασε με εντομοκτόνο.

Πάγωσα κι εγώ κάτω από τα σκεπάσματα σαν τεράστια κατσαρίδα που με κλειστά μάτια  το έπαιζε πεθαμένη μπας και κερδίσει λίγα ακόμα λεπτά ζωής. Κράτησα την αναπνοή μου, για ν’ ακούσω.

Πνιχτές φωνές έφταναν  σαν από μία άλλη πραγματικότητα στο δωμάτιό μου. Εγώ, η γιγαντιαία παχιά κατσαρίδα γύρισα απότομα ανάσκελα, πριν με δει ο εχθρός και με εξοντώσει. Τα μάτια μου τα κρατούσα κλειστά. Ο ύπνος είναι η καλύτερη ασπίδα μου. Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγω τον κόσμο.

Πρέπει να πέρασαν δύο – τρία λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες, όταν η πόρτα στο σαλόνι βρόντηξε και η μαμά με φώναξε.

<< Ζωή! >>, έκανε μία μικρή παύση, << Σήκω Ζωή! >>

Σηκώθηκα απρόθυμα κι έτρεξα στην κουζίνα, ενώ τα  πάντα γύρω μου ήταν ακόμα θολά.

<< Τι θες μαμά; >>, είπα τρίβοντας τα μάτια μου.

Κάθισα στο τραπέζι.

<< Πέρασε η κυρία Ευτέρπη πριν από λίγο…>>, άνοιξε το ψυγείο και πήρε το γάλα, << Και μας έφερε κουλουράκια >>.

Άδειασε λίγο από το κουτί σ’ ένα ποτήρι μπροστά μου. Ένευσε προς την άλλη άκρη του τραπεζιού, όπου βρισκόταν ένα χάρτινο φιστικί κουτί με έναν τεράστιο ροζ φιόγκο. Μισώ τους φιόγκους. Ιδιαίτερα τους ροζ.

<< Είναι τα αγαπημένα σου >>, έφερε το κουτί κοντά μου, << Είναι με κανέλλα! >>.

Η μαμά χαμογέλασε σαν μικρό παιδί που μόλις κατάλαβε ότι κέρδισε ένα γλειφιτζούρι. Τα μάτια της γυάλισαν.

<< Μαμά…>>, ψέλισσα, << Δεν…>>.

Χτύπησε με δύναμη το κουτί. Παραπάνω από το φυσιολογικό. Τώρα με κοίταξε σαν παιδί που καταλάβαινε πως του είχαν κλέψει το πολυπόθητο γλειφιτζούρι. Πως το είχαν εξαπατήσει.

<< Άνοιξέ  το! >>, πρόσταξε κι έφυγε από την κουζίνα.

Άπλωσα το χέρι. Τράβηξα το κουτί λίγο πιο κοντά.

Γιατί είχε περάσει η κυρία Ευτέρπη μόνο και μόνο, για να φέρει κουλουράκια; Δεν μας συμπαθεί. Δεν την συμπαθούμε.

Το χαρτάκι… έπεσε από την τσέπη της, μα το μόνο που έγραφε… Είχε θυμώσει; Έπρεπε να της το επιστρέψω; Γιατί έφερε κουλουράκια;

Το άνοιξα  και αντίκρισα καφετιά κουλουράκια παρατεταγμένα σε τέσσερις σειρές. Ανέδυαν την ενοχλητική μυρωδιά της κανέλλας.

Τα κουλουράκια με κανέλλα δεν είναι τα αγαπημένα μου. Απεχθάνομαι την κανέλλα σε οποιοδήποτε γλυκό…

Ένα χαρτάκι βρισκόταν διπλωμένο ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη σειρά. Είχε γεμίσει ψίχουλα από τα γλυκά και όταν το σήκωσα με τον δείκτη και τον αντίχειρα μου, αναρωτήθηκα τι στο καλό ήθελε μέσα στα κουλούρια.

Τι είναι αυτό πάλι;

Ένας τρομαχτικός ήχος ακούστηκε από το σαλόνι. Σαν βροντή τόσο δυνατή, που νόμιζα πως έπεσε κεραυνός στο σπίτι.

Τινάχτηκα σαν να με είχανε βάλει στην πρίζα.

Ακολούθησαν κι άλλες βροντές. Η μία πιο δυνατή από την άλλη μου έκοβαν την αναπνοή. Έτρεξα κατά τρομαγμένη στο σαλόνι.

<< Άααααα! >>.

Ένα ουρλιαχτό τάραξε τον κόσμο και οι τοίχοι σείστηκαν κι έπεσαν και πλάκωσαν  το σώμα μου. Μια τρομαγμένη φωνή χάραξε την γαλήνη.

Ήταν δικό μου. Το ουρλιαχτό ήταν δικό μου.

Έβαλα τα χέρια μπροστά από το στόμα μου. Κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. Μακάρι να μπορούσα να μην έβλεπα. Μακάρι να ήμουν τυφλή.

Ένα βαμμένο χέρι έξυσε το τζάμι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού. Σταγόνες κυλούσαν στο δέρμα του κι έπεφταν στα πλακάκια στο μπαλκόνι.

<< Μαμάααα! >>.

Το χέρι ήταν βαμμένο με αίματα.

Η κυρία Ευτέρπη άρχισε να δίνει γροθιές με μανία στο τζάμι, που είχε γεμίσει κόκκινες δαχτυλιές. Μου έλεγε κάτι. Φώναζε μα εγώ δεν μπορούσα να την ακούσω. Τα κοντά μαλλιά της ήταν ανακατωμένα. Το σαγόνι της έτρεμε και πήγαινε πάνω κάτω. Το χέρι της αιμορραγούσε.

<< Βοήθεια! ΜΑΜΑ! >>.

Η κυρία Ευτέρπη έτρεμε από φόβο κι έκλαιγε σαν μικρό κορίτσι. Τα δάκρυα χύνονταν ποτάμι κι έβρεχαν συνεχώς τα μάγουλά της.

Κάτι να κάνω… κάτι πρέπει να κάνω!

Είχα παραλύσει από τον τρόμο, που γλιστρούσε μέσα στο κορμί μου σαν δηλητήριο και μούδιαζε τα άκρα μου. Τα πλοκάμια του έσφιγγαν το μυαλό μου και το ακινητοποιούσαν σαν μικρό ζώο.

Προχώρα. Περπάτησε μέχρι το τζάμι. Μέχρι το τζάμι. ΠΡΟΧΩΡΑ!

Όταν έφτασα μέχρι την μπαλκονόπορτα, είχα ήδη αρχίσει να κλαίω κι εγώ μαζί με την κυρία Ευτέρπη.

\Προσπάθησα σύρω προς τα δεξιά την τζαμόπορτα, μα δεν μπόρεσα. Ήταν σφηνωμένη.

Ένας ακόμη πιο δυνατός φόβος ζωγραφίστηκε στα μάτια της γειτόνισσας και μου έκλεψε βίαια την ανάσα μου. Ούρλιαξε σαν τρελή και βρόντηξε το τζάμι, που μας χώριζε.

Άνοιξε το χαρτί και διάβασε! Διάβασε το. Σε παρακαλώ!  

Έλεγαν τα χείλια της καθώς κοιτούσε το χέρι μου.

Με χέρια που έτρεμαν υπερβολικά, άνοιξα το χαρτάκι που κρατούσα. Στο μέτωπό μου κυλούσαν στάλες ιδρώτα και τα μάγουλά μου ήταν καυτά.

Τότε μόνο αναρωτήθηκα τι ακριβώς συνέβαινε. Για ένα δευτερόλεπτο μόνο πέρασε από το μυαλό μου η πιο παράλογη ερώτηση: Τι δουλειά είχε η κυρία Ευτέρπη έξω παγιδευμένη στο μπαλκόνι μας;

Εμπιστεύεσαι τις αισθήσεις σου ή την λογική;

Η ερώτηση ήταν γραμμένη με μπλε μελάνι.

Άφησα το χαρτί να πέσει στο πάτωμα και προσπάθησα ξανά να κάνω πέρα το τζάμι που χώριζε την κυρία Ευτέρπη από την σωτηρία. Μάταια.

Απάντησε στην ερώτηση! Πρέπει να απαντήσεις. Αλλιώς θα πεθάνω εδώ μπροστά σου. ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ!

 Εμπιστεύεσαι τις αισθήσεις σου ή την λογική;

Πορφυρές κατακόκκινες σταγόνες ξεπρόβαλαν από τις κόγχες των ματιών της και  κύλησαν στα ζυγωματικά της σαν λαμπερά πολύτιμα διαμάντια.

Ούρλιαξα με όλη μου τη δύναμη.

Έπειτα νομίζω πως σωριάστηκα στο πάτωμα ανήμπορη. Δεν ακουγόταν τίποτα πια ή τουλάχιστον εγώ δεν μπορούσα να ακούσω. Σαν να έχανα αργά μα σταθερά τις αισθήσεις μου, τα πάντα θόλωσαν στο σαλόνι κι εγώ γύριζα γύρω – γύρω σαν σβούρα στο πάτωμα και μετά ανέβαινα και κατέβαινα.

Η τελευταία μου σκέψη ήταν αν  ένιωθαν έτσι οι μαστουρωμένοι.

Κι έπειτα σκοτάδι…

<< Τελικά πια είναι η απάντησή σου μικρή; >>

Η φωνή ταξίδεψε μέσα από το σκοτάδι κι έφτασε στα αυτιά μου.

<< Ποιος είναι εκεί; >>, ρώτησα τρομαγμένη κι εγώ μέσα από το μαύρο κενό.

<< Δεν μπορείς να δώσεις μια απάντηση; Δεν μπορείς να επιλέξεις; >>, διέκρινα μία λεπτή ειρωνεία στην φωνή και πέτρωσα, << Μα καλά τόσο μικρό κεφαλάκι έχεις; >>.

Το κακαριστό γέλιο που ακολούθησε τρύπησε το σκοτάδι σαν βέλος.

<< Καημενούλα μου… Τι νομίζεις πως κάνεις εδώ; Είσαι τόσο μικρή… ΤΌΣΟ μα ΤΟΣΟ μικρή. Τίποτα δεν ξέρεις >>. 

 

Και τελικά, δηλαδή, τι να εμπιστεύεσαι; Τι να χρησιμοποιείς για να καταλαβαίνεις τον κόσμο: τις αισθήσεις σου ή την λογική; Είναι αλήθεια αυτό που βλέπεις ή αυτό που είναι λογικό;

Η κυρία Ευτέρπη ήταν πράγματι έξω στο μπαλκόνι, αλλά πώς μπορούσε να είναι εκεί; Εγώ την είδα αλλά… υπήρχε τρόπος από έξω να μπει στο μπαλκόνι μας χωρίς να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού;

 Όχι. Όχι, βέβαια… Άρα η κυρία Ευτέρπη δεν ήταν εκεί. Οι αισθήσεις μου είπαν ψέματα; Είναι άχρηστες, δηλαδή;

 Αν συνδυάσω και τα δύο;

Αφού την είδα, την άκουσα. Ήταν εκεί.

 Τι σημαίνει λογική; Η αντίληψη του ανθρώπου είναι τόσο δυνατή, ώστε να καταλαβαίνει την λειτουργία του κόσμου; Είναι τόσο έγκυρη, για να μπορεί να καθορίζει τι είναι σωστό και τι όχι; Είναι τόσο αλάνθαστη που ξέρει από μόνη της τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει;

 Έχει η ζωή λογική; Έχει η ανθρώπινη ύπαρξη λογική;

 

<< Είσαι τόσο μικρή ακόμα…>>, μια γνώριμη φωνή αναστέναξε κάπου πολύ κοντά μου.

Άνοιξα τα μάτια μου πιο κουρασμένη από ποτέ.

<< Καλέ, τι μούτρα είναι αυτά; >>, ρώτησε η μαμά σουφρώνοντας τα φρύδια της,  <<Έβλεπες εφιάλτη; >>.

Κοίταξα το δωμάτιο γύρω μου. Τους τοίχους και τα ράφια. Κι ένιωσα πάλι μια οικεία σιγουριά, όπως όταν επιστρέφεις στο σπίτι σου από κάπου μακριά. 

Επανέρχομαιι… 🙂

Advertisements

16 thoughts on “» Ένα χαρτάκι… » ♦ [απόσπασμα]

  1. Εμένα το απόσπασμα μου άρεσε. Ελπίζω να τα πήγες καλά με τα μαθήματα και τώρα να χαλαρώνεις. Μας έλειψες. Ελπίζω να μην ξαναχαθείς μα αν το κάνεις να είναι για καλό.
    Να περνάς όμορφα φωνούλα μου και να έχεις ένα υπέροχο καλοκαίρι. Φιλιά 🙂

    1. Μαρίνα μου! Ναι, ευτυχώς οι εξετάσεις πέρασαν! Πήγα πολύ καλά στα μαθήματα της κατεύθυνσης που θέλω να ακολουθήσω 🙂 Κι εμένα μου λείψατε πολύ. Το αν ξαναχαθώ δεν μπορώ να το ξέρω από τώρα. Ελπίζω πως όχι. Ο καιρός θα δείξει. Υπάρχει πολύς χρόνος, όμως.. 😉

      Να περνάς κι εσύ τέλεια Μαρινάκι και να περάσεις σούπερ αυτό το καλοκαιράκι 🙂 Ευχαριστώ για τις ευχές σου..

    1. Αγαπητή, εμένα πάλι κάτι δεν μου αρέσει σε όλο αυτό.. Το βρίσκω λίγο παιδικό! Έχω γράψει πολύ καλύτερα.. Αλλά ήθελα να σας το δείξω! Σε ευχαριστώ πολύ 🙂

  2. Καταπληκτικό! Πραγματικά!
    Περιττό να σου πω μάλλον ότι θέλουμε και το υπόλοιπο…Εντάξει μην πιέζεσαι,αρκεί να είναι σύντομα!
    Άντε βγάλε άκρη με την φιλοσοφία τώρα..
    ps. Επιτέλους τελείωσαν οι εξετάσεις 🙂
    Καλημέρα Φωνούλα!

    1. Τζοκερίνο!! Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια! Θα προσπαθήσω.. αλλά όλο αυτό το »κόνσεπτ» με έχει απογοητεύσει… Όχι επειδή έχει να κάνει με τη φιλοσοφία.. Με απογοήτευσε ο τρόπος που το αντιμετώπισα.. Θα κάνω ό,τι μπορώ 🙂
      p.s.Ναι, επιτέλους! Ελευθερία!
      Ελπίζω να περνάς υπέροχα!
      Καλησπέρα Τζοκερίνο!

  3. Περιττό να σου πω ότι μπλογκογειτονιά χωρίς της «φωνή» της Αλεξάνδρας μας δεν ήταν ίδια!
    Μας έλειψες τόσο εσύ όσο και τα καταπληκτικά κείμενα σου (όπως αυτό)!
    Αναμένουμε την συνέχεια…Φιλιάαα!

    PS. Μην εξαφανίζεσαι μωρέ για πολύ καιρό 😦

    1. Αχ, βρε Μελίτα μου! Πάντα με ένα σου σχόλιο με γεμίζεις ζεστασιά.. Εμένα να δεις πόσο μου λείψατε! Σε ευχαριστώ πολύ-πολύ. 🙂

      p.s. είναι κάτι περίοδοι που είναι αναπόφευκτο.. 😉

  4. Έχει μια αγωνία αυτό το «χαρτάκι» είναι η αλήθεια μέχρι να καταλάβεις τι συνέβει…Δεν ειναι διόλου κακό…Συνέχισε…και επέστρεφε συχνότερα, ε?…;)

  5. Τελικά το διάβασα τρις φορές και δεν κατάλαβα (ίσως από την αγωνία μου!) τι έγραφε αυτό το χαρτάκι;
    Θρίλερ η ιστορία σου!, φυσικά εξαιρετικά γραμμένη, αλλά είπαμε, προσωπικά σχολιάζω την αίσθηση που μου αφήνουν οι ιστορίες και η αίσθηση ήταν γλυκόξινη (!)…άσε που ούτε και μένα μου αρέσουν τα κουλουράκια κανέλας! χαχα! 😉
    Ένα θα σου πω (που μάλλον στο έχω ξαναγράψει)… εμπιστεύσου την καρδιά σου εκείνη ξέρει!

    ΑΦιλάκια και να έχεις ένα υπέροχο καλοκαίρι…εδώ θα είμαστε να σε διαβάζουμε και να μας διαβάζεις όταν θα το «αισθάνεσαι»… 🙂

    1. Τρεις φορές;; Ε, τότε αγαπημένη μαγισσούλα μάλλον εγώ δεν το έχω γραψει με τον καλύτερο τρόπο.. χμμ.. με προβληματίζει αυτό λίγο!! Λοιπόν λέει κάπου στο κείμενο..
      »Εμπιστεύεσαι τις αισθήσεις σου ή την λογική;
      Η ερώτηση ήταν γραμμένη με μπλε μελάνι.
      Άφησα το χαρτί να πέσει στο πάτωμα και ….΄΄
      Μου αρέσει η γλυκόξινη γεύση! Είναι ο συνδυασμός της γλύκας και της πίκρας στις απόλυτα σωστές αναλογίες.. κάπως έτσι είναι και η ζωή.. 🙂
      Απεχθάνομαι σφοδρά την κανέλα, ναι!!
      Αγαπητή Άιναφετς, τα λόγια σου πάντα με ανακουφίζουν και σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό… Όσο για την καρδιά μου.. Δουλεύω συνεχώς πάνω στη σχέση μου μαζί της.. Σε καλό δρόμο είμαστε 🙂

      ΑΦιλάκια και σε σένα και ανταποδίδω τις ευχές για ένα γεμάτο καλοκαίρι, όπως εσύ το επιθυμείς! Εδώ θα είμαστε για αρκετό καιρό ακόμα.. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s