Των γειτόνων

[Ένα μεγάλο διήγημα (σε σχέση με άλλα δικά μου) που θα με συγχωρέσεις αγαπητέ αναγνώστη, αλλά πονάει η καρδιά μου όταν το »πετσοκόβω» σε »μέρη»:)]

Ήρθαμε πριν δυο μέρες στο χωριό. Κάθε πλαγιά του βουνού, κάθε γωνιά είναι φορτωμένη με βαριά δέντρα και πυκνούς θάμνους πάνω στο πράσινο των οποίων παίζονται τα καλύτερα παιχνίδια του φωτός. Ο ήλιος κυνηγάει το σκοτάδι, θαρρείς πάνω σε μια τεράστια ζωντανή ελαιογραφία. Κάποιες φορές το φτάνει και κάποιες άλλες είναι αυτός που χάνει, αλλά ο χορός τους δεν σταματάει ποτέ. Το παιχνίδι συνεχίζεται αενάως…

Κι ενώ κάπως έτσι το πράσινο αγκαλιάζει τα περίχωρα του μικρού σπιτιού, η πρόσοψή του βλέπει την θάλασσα να εκτείνεται καθάρια και καταγάλανη σαν αρχόντισσα της φύσης, χαμηλά στους πρόποδες. Δεκάδες σπιτάκια προηγούνται σαν μανιταράκια που έχουν ξεφυτρώσει ανάμεσα από την χλωρίδα και το τσιμέντο που με τα χρόνια απλώνει όλο και πιο μακριά τα πλοκάμια του περνώντας σαν πέτρινο ποτάμι μέσα από τη ζωή.

Όλα είναι ωραία. Συμφωνούνε και τα τζιτζίκια που με ενθουσιασμό πολυλογούν ασταμάτητα και λένε τα μυστικά αυτού του Κόσμου μεταξύ τους. Μακριά κάπου ακούγονται τα κύματα της θάλασσας και ο αφρός τους που φιλάει παθιασμένα τα βράχια στην ακτή.

Ο αέρας προσκαλεί τους πάντες και τα πάντα σε έναν τεράστιο χορό, αλλά εγώ προτιμώ να κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι μόνη και να σκέφτομαι χαζεύοντας το άφθονο μπλε μπροστά μου που μοιάζει σαν να χύθηκε κατευθείαν από την παλέτα του άγνωστου δημιουργού. Αυτού του ‘’κύριου’’ που μάλλον ποτέ δεν έχουμε συναντήσει στον δρόμο, για να του κάνουμε μερικές εύλογες ερωτησούλες, όπως για παράδειγμα πού πάμε, γιατί πεθαίνουμε και τα λοιπά… Άμα έχει πρόσωπο δηλαδή και μοιάζει καθόλου σε άνθρωπο και δεν είναι κάνα αστέρι ή κάνα φάντασμα. Τα πάντα θα μπορούσε να είναι. Τα πάντα και όλα μαζί…

Ο μπαμπάς μου, που είναι πολύ νευριασμένος τώρα, σε μια συζήτησή μας πριν λίγες μέρες μου είχε πει ότι δεν μπορούμε να είμαστε για τίποτα σίγουροι, γι’ αυτό και στη ζωή μας δεν πρέπει να γινόμαστε δογματικοί. Έτσι μας μαθαίνει. Μου είπε ότι εμείς, αυτός ο Κόσμος, θα μπορούσε να είναι ένα παράλληλο σύμπαν σε ένα άλλο πολύ-πολύ μεγαλύτερο. Θα μπορούσαμε απλά να είμαστε ένας μικρόκοσμος κλεισμένος σε μία από τις πάμπολλες φακές που βράζει η μαμά στην κατσαρόλα της και να βράζουμε στο εσωτερικό της μαζί με τόσες άλλες και ο χρόνος να κυλάει τόσο αργά για μας και τόσο γρήγορα για την μαμά που μαγειρεύει έξω από την κατσαρόλα. Και βρήκα τόσο όμορφη αυτή τη σκέψη, που μόλις αντιλήφθηκα την σημασία της ανατρίχιασα. Από τότε δεν ξεκόλλησε ποτέ από το μυαλό μου και είμαι σίγουρη πως μέχρι να γεράσω θα την λέω κι εγώ στα μικρά παιδιά.

Χαμογελώ, καθώς ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός κι απότομος βρόντος. Ένα δευτερόλεπτο περνάει από πάνω μου κι ένα καινούργιο τραγούδι αρχίζει να μας κυκλώνει με τις άγριες νότες του καθώς καταφθάνει από το γειτονικό σπίτι λίγο πιο κάτω και δεξιά μας στην πλαγιά. Δείχνει να τραντάζεται συθέμελο ώρες-ώρες και είμαι σίγουρη –σαν να τα βλέπω τώρα από μακριά- ότι τα τζάμια τρίζουν τρομακτικά πολύ σαν να είναι τσιτωμένα μα συγχρόνως κρατιούνται στη θέση τους αντιστεκόμενα στις νότες που τα σπρώχνουν μανιωδώς προς τα έξω. Κάποιος ακούει μουσική. Την ακούμε κι εμείς μαζί με το βουνό όλο.. Τουλάχιστον παίζει τα αγαπημένα μου τραγούδια από Deep Purple και Guns N’ Roses! Τραγούδια που ο μπαμπάς έχει αφήσει από καιρό στους σκονισμένους δίσκους του παρελθόντος του και τώρα τα κρίνει αυστηρά…

Γι’ αυτό σήμερα –τρίτη μέρα στο χωριό- είναι φουρκισμένος και μερικές φορές τραβάει τα μαλλιά του. Δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν του έχει ξανασυμβεί αυτό. Η μουσική παίζει όλη μέρα και στη διαπασών. Ελπίζει ότι όπου να’ ναι θα καούν τα ηχεία.. αλλά αμφιβάλλω αν θα σταθεί τόσο τυχερός μέχρι την Κυριακή που θα τα μαζέψουμε και θα γυρίσουμε σπίτι. Το θέμα του λοιπόν, είναι πως δεν τους ξέρει καν αυτούς τους γείτονες και είναι σίγουρος ότι δεν τους έχει συναντήσει ποτέ στην παραλία. Δεν τους έχει δει. Ούτε από μακριά, ούτε από κοντά. Εκείνοι είναι συνεχώς κλεισμένοι στο πέτρινό τους σπίτι. Μουσική συνέχεια –όπως πολλές φορές ανέφερα- και τα φώτα αναμμένα από τη στιγμή που δύει ο ήλιος μέχρι τις πρώτες μικρές ώρες της καινούργιας μέρας..

Πολλές φορές με την φαντασία μου και το μυστήριο που τους καλύπτει σαν πυκνοραμμένο πέπλο, σκέφτομαι διάφορα παράξενα και παράδοξα για τη ζωή τους αλλά και τους ίδιους. Όταν αφήνομαι ελεύθερη πλάθω αστεία ή και τρομαχτικά γεγονότα. Προσπαθώ να φτιάξω μια εικόνα στο μυαλό μου με τα πρόσωπά τους.

Στο μυαλό μου έχουν φαρδιές μύτες και μεγάλα διεσταλμένα ρουθούνια, μικρά ποντικίσια και πράσινα ματάκια και στενά χείλη που προσθέτουν μια απόμακρη αυστηρότητα στην μορφή τους. Κατσαρά, ξηρά και ξεθωριασμένα πορτοκαλιά μαλλιά. Ένα ζευγάρι παχύσαρκων γύρω στα είκοσι-πέντε που δεν έχουν αποφασίσει ακόμη να μεγαλώσουν. Οι αντιφάσεις ξεχειλίζουν σαν ένα τεράστιο πλεόνασμα έξω από τις χαραμάδες, τις γρίλιες και τις πόρτες του πέτρινου οικοδομήματος.

Έχω ζωγραφίσει και το σαλόνι και τις κρεβατοκάμαρές τους στους καμβάδες της νόησής μου. Φιστικί τοίχοι, λαχανί καναπέδες με τεράστια μαξιλάρια και πίσω τους βαριές κουρτίνες στο χρώμα του κυπαρισσιού και στο ξύλινο ακριβό τραπεζάκι μπροστά τους μία στρόγγυλη γυάλα με δύο χοντρά χρυσόψαρα. Στις μικρές στροφές τους στον πάτο τα λέπια τους γυαλίζουν σαν κίτρινα διαμάντια κάτω από το νερό. Το σαλόνι όμως είναι πολύ μεγαλύτερο. Έχει μία τεράστια βιβλιοθήκη που πιάνει όλο τον τοίχο. Δεξιά κι αριστερά φιστικί πολυθρόνες. Και τζάκι και ντουλάπια για ποτά. Όλα με κάποιον τρόπο χωρούν εδώ μέσα. Έχουν κι ενυδρείο με μωβ και κόκκινα ψάρια που είναι μεγάλα και λεπτά όσο η παλάμη μου.

Μια μεγάλη μαονένια σκάλα που το ξύλο της κοκκινίζει στο φως του ήλιου που περνάει από τα κλειστά παντζούρια, οδηγεί στον επάνω όροφο. Αλλά δεν έχω φτάσει εκεί ακόμη με το καράβι της φαντασίας μου. Προτιμώ να μπαίνω κρυφά από το παράθυρο της κουζίνας, όταν το σπίτι είναι άδειο και να κάθομαι σε μία από τις δύο φιστικί πολυθρόνες δίπλα στην τεράστια βιβλιοθήκη με τα δερματόδετα βιβλία και το βλέμμα μου στο γαλαζοπράσινο κουτί με τα παχουλά ψάρια.

Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν κατεβαίνει από την σκάλα ο Axle Rose με το στενό του δερμάτινο παντελόνι σαν δίποδο αιλουροειδές και έρχεται να καθίσει απέναντί μου στην άλλη πολυθρόνα. Ποπο! Πώς του πηγαίνει η μπλε μπαντάνα και το χάλκινο μαλλί του που είναι πιο ίσιο και μακρύ κι από το δικό μου! Έχει σφιχτά πιασμένο ένα στάχυ ανάμεσα στα χείλη του, καθώς κάθεται με απλωμένα τα χέρια του στους ώμους του επίπλου κι έχει τα πόδια του βολεμένα έτσι που σχηματίζουν το περίφημο αμερικανικό τεσσάρι. Έχουμε κάνει πολλές συζητήσεις μαζί…

Μια φορά θυμάμαι τον ρώτησα:

<< Ρε αδερφάκι μου! Οι φίλοι μου λένε ότι είσαι γκέι!>>, του είπα κοιτώντας τον κατάματα και με γουρλωμένα μάτια από την αγανάκτησή μου, << Δεν είσαι!>>, το ξανασκέφτηκα, <<Είσαι;>>

Και αυτός όλο μου τα μάσαγε λες και ούτε αυτός ήξερε.

<< Εσείς οι γυναίκες είστε πολύ σκληρές! >>, είπε με ένα πληγωμένο βλέμμα και φρόντισα να μην ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό από τότε.

Άλλες μέρες ξεφυτρώνει από το ξύλινο πάτωμα ο Slash με την πορτοκαλιά κιθάρα του παίζοντας μαγευτικά ατέλειωτα σόλο γυμνόστηθος κι εγώ ζητωκραυγάζω και χτυπάω παλαμάκια αναμαλλιασμένη. Σφυρίζω και του φωνάζω πάνω από τους ηλεκτρικούς του ήχους:

<< Να σε έβλεπε τώρα η γιαγιά μου!>>, φωνάζω πιο δυνατά σχεδόν πονάει ο λαιμός μου, << ‘’Βάλε κάτι πάνω σου βρε πουλάκι μου! Θα κρυώσεις!’ >>, κάνω με κακαριστή λεπτή φωνή

Ξεσπάω σε χαχανητά.

Βουτάω τα χέρια μου στη γυάλα με τα χρυσόψαρα στο τραπέζι και γεννιούνται από μέσα τους πολύχρωμες πέτρες που πέφτουν στον πάτο και το νερό αρχίζει και ξεχειλίζει και τα ψάρια φουσκώνουν ξανά και ξανά και μεγαλώνουν τόσο πολύ που πετάγονται έξω από τα στενά όρια του σπιτιού τους και κάνουν βόλτες κολυμπώντας στο οξυγόνο του σαλονιού. Με κοιτούν με τα μεγάλα τους πεταχτά μάτια κάνοντας κύκλους γύρω από μένα. Ανοίγουν το στόμα και βάφουν το πάτωμα με χρώματα του ωκεανού. Είναι χρυσόψαρα αλμυρού νερού. Διαφορετικά.

Παίρνω πινέλα και ζωγραφίζω στους τοίχους. Τον διάσημο πύργο του Παρισιού, ένα παγόβουνο στην Ανταρκτική, μια πολική αρκούδα, ένα ποδήλατο κι ένα παιδάκι. Μετά έχουν σειρά οι κιμωλίες. Αυτές είναι για τα όνειρά μου. Ένα-ένα παίρνουν σχήμα κι αυτά πάνω στις φιστικί επιφάνειες των γειτόνων.

Τώρα ο πατέρας μου δείχνει να μην αντέχει άλλο. Αρχίζει να νυχτώνει πια και το βουνό βουτάει στο σκοτάδι. Μόνο κάτι στύλοι με πορτοκαλιά και θαμπά φώτα ρίχνουν το φως τους σε κάτι πολύ μικρές γωνίες στην άσφαλτο του δρόμου. Σε κάποια σημεία γύρω, άμα βάλεις και λίγη φαντασία, θα δεις ότι είναι σαν να καθρεφτίζεται ο ουρανός πάνω στην πλαγιά. Χιλιάδες μικρά φωτάκια λευκά, ασημένια, γαλάζια και χρυσαφιά. Λες και το σπίτι μας είναι ριζωμένο ανάμεσα σε κόκκους νεραιδόσκονης.

Τα λέω αυτά στον μπαμπά καθώς κουμπώνει το τελευταίο κουμπί πάνω στο καθαρό του πουκάμισο και παίρνει στα χέρια του τη χτένα και χτενίζει πρόχειρα τα μαλλιά του. Κοιτώντας το είδωλό του στον καθρέφτη, με συμβουλεύει να πάψω να σκέφτομαι τόσο κοριτσίστικα. Ο κόσμος δεν είναι ροζ λέει και στρώνει τους γιακάδες του. Παίρνει μια μικρή ανάσα και αρπάζει τα κλειδιά.

<< Σε λίγο θα είμαι πίσω >>, λέει με κόκκινα μάγουλα και φεύγει.

Πάει να τους βρει.

Σκέφτομαι ώρες-ώρες είναι υπερβολικά αυστηρός μαζί μου. Σκέφτομαι ότι είμαι πολύ μικρή. Τώρα θα πάω στη Β γυμνασίου κι έχω κάθε δικαίωμα να σκέφτομαι έτσι. Αν δεν κάνω τέτοιους συλλογισμούς σε αυτή την ηλικία, πότε θα τους κάνω; Και στο κάτω-κάτω γιατί; Τι έχουν; Δεν θέλω να μεγαλώσω και να γίνω όπως ο μπαμπάς. Δεν θέλω να αναγκάζομαι να είμαι αυστηρή και να ξεχνάω το παρελθόν μου. Νομίζω ότι μπορώ να πω πως θέλω να κολλήσω μια για πάντα σε αυτό το παρόν και να πηγαίνω όπου επιθυμώ με τα παραμύθια μου.

Μπαίνω ξανά από το παράθυρο της κουζίνας. Οι γείτονες λείπουν. Η τεράστια τηλεόραση στο βάθος του σαλονιού είναι ανοιχτή και το μπλε φως της βρέχει τα πρόσωπά τους. Διακρίνω από μακριά  το ψηλό καπέλο και τις μπούκλες του Slash, το κεφάλι του Rose και του μπασίστα τους δίπλα του. Είναι και κάποιος άλλος μαζί τους στον καναπέ. Μασουλάνε ποπ-κορν. Από το υπόγειο ακούγονται οι Deep purple, που κάνουν πρόβα για την συναυλία που θα δώσουν μεθαύριο στην παραλία του χωριού.

Ο Πέτρος –το αγόρι που μου αρέσει από την έκτη δημοτικού αλλά δεν το ξέρει στην πραγματικότητα- ανεβαίνει τη σκάλα που κατεβαίνει στο υπόγειο κι έρχεται κοντά μου ενθουσιασμένος με το κινητό του στο ένα αυτί. Είναι ο μάνατζερ και των δύο συγκροτημάτων κι εγώ είμαι το κορίτσι του. Είμαστε τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και σχεδιάζουμε να παντρευτούμε κρυφά το καλοκαίρι που θα γίνουμε δεκαοχτώ.

<< Παιδιά, τέρμα το διάλλειμα! Τα κεφάλια μέσα! >>, λέει και κλείνει την τηλεόραση κάνοντας τους σουπερ-σταρς να παραπονιούνται.

Γυρίζει πίσω ο μπαμπάς φουρτουνιασμένος κουνώντας θυμωμένα τα χέρια του και μονολογώντας. Πλησιάζει.

<< Τι έγινε; Τι σου είπαν; >>, ρωτάω με αγωνία.

Με προσπερνάει με το βλέμμα του στυλωμένο στον τοίχο.

<< Δεν τους βρήκα! Τα φώτα ανοιχτά, η μουσική παίζει ασταμάτητα, αλλά κανείς δεν έρχεται να ανοίξει την πόρτα! >>, τα λέει όλα αυτά μέσα από τα δόντια του.

Τον αφήνω ήσυχο να πάει να ξεντυθεί και να χαλαρώσει και αρκούμαι στην σιωπή μου. Αυτοί οι γείτονες λοιπόν είναι ακόμη πιο μυστήριοι απ’ όσο περιμέναμε. Είναι σνομπ και μονόχνοτοι με αυτή την συμπεριφορά. Δεν έχει άδικο ο μπαμπάς που τρέφει μία καχυποψία γι’ αυτούς κι ας μην τους έχει αντικρίσει ακόμα!

Παίρνω μια τρελή απόφαση. Πάνω στον αναβρασμό μιας καινούργιας περιπέτειας ετοιμάζομαι για μια κρυφή σκανταλιά. Αν και είμαι σχεδόν σίγουρη πως δεν θα πετύχω τίποτα, ούτε θα καταφέρω κάτι.  Αλλά απλώς θέλω να ξεδιψάσω την ανησυχία μέσα μου και να ζήσω ένα από αυτά που πολλοί θα φοβόντουσαν να κάνουν. Πολλοί σαν τον μπαμπά ας πούμε που άμα καταλάβει τι πάω να κάνω θα αρχίσει να μου φωνάζει και να με αγριοκοιτάζει ακόμη πιο θυμωμένος από τώρα.

Περιμένω. Περνούν κάποιες ώρες κι ο πατέρας κατάκοπος και φουσκωμένος από το δείπνο, σηκώνεται από το τραπέζι και πάει για ύπνο. Με ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου με προτρέπει να κάνω κι εγώ το ίδιο. Μαζεύω τα πιάτα και κατευθύνομαι στην δική μου μικρή κρεβατοκάμαρα και προσποιούμαι ότι ακολουθώ την συμβουλή του. Ξαπλώνω στο κρεβάτι φορώντας ακόμη το ξεθωριασμένο μου τζιν και την αγαπημένη μου μπλούζα που έχει τυπωμένη πάνω την μούρη του Rose. Σβήνω τα φώτα και περιμένω.

Όταν ξεκινάει το τραχύ ροχαλητό του πετάγομαι πάνω σαν ελατήριο και απομακρύνω το σεντόνι από το σώμα μου. Βολεύω διάφορα μαξιλάρια κάτω από τα σκεπάσματα (το κλασικό κόλπο που κάνουν όλες και όλοι στις ταινίες) και σηκώνω το σακίδιό μου από το πάτωμα.

Βγαίνω έξω στην αυλή και κλειδώνω το σπίτι. Βάζω το κινητό στην τσέπη και το σκάω από εδώ σαν διαρρήκτης που έχει τελειώσει την δουλειά του. Κοιτάω δεξιά-αριστερά στον σκοτεινό δρόμο. Το σκοτάδι της νύχτας έχει γίνει ακόμη πιο πηχτό και όσο περνάει ο χρόνος και ακούγονται όλο και περισσότερα ζευγάρια τικ-τακ στο ρολόι  μου το βουνό αλλάζει προσωπείο και μετατρέπεται σε ένα τεράστιο στόμα που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να με καταπιεί. Ακούγεται ο μακρινός ήχος μιας άγρυπνης κουκουβάγιας κι έπειτα το κρώξιμο ενός κορακιού. Το σώμα μου σφίγγεται κι ανατριχιάζω.

Κατηφορίζω τον δρόμο μέχρι την διασταύρωση. Ανάμεσα από τα κυπαρίσσια, τα πεύκα και τις ελιές. Στο τέλος της κατηφόρας κοιτάζω πίσω μου και το μόνο που βλέπω είναι ένα κομμάτι άσφαλτο να ορθώνεται προς τα πάνω. Το σπίτι δεν φαίνεται πουθενά πια και γυρίζω ξανά μπροστά μου στραβοκαταπίνοντας και πριν αλλάξω γνώμη και γυρίσω πίσω προχωράω παραπέρα με γοργότερο βήμα. Παρατηρώ κάποια σπίτια στη γειτονιά που έχουν ακόμη ανοιχτά τα φώτα στα μπαλκόνια και τα σαλόνια τους. Οι περισσότεροι όμως είναι κλεισμένοι στα εσωτερικά τους τώρα. Κοιτάω την ώρα στον καρπό μου.

Δύο. Δύο μετά τα μεσάνυχτα.

Αναγουλιάζω.

Με την θέλησή μου όμως σκοντάφτω σε θάμνους και σηκώνομαι, περνάω από χωμάτινα δρομάκια και μέσα από σκιές ψηλών δέντρων και τα καταφέρνω. Φτάνω στον τελικό μου προορισμό με κομμένη την ανάσα από την αγωνία και τον φόβο μου. Σκουπίζω τις ιδρωμένες παλάμες πάνω στο παντελόνι μου και βολεύω μερικές ενοχλητικές τρίχες πίσω από τα αυτιά μου. Φυσάω μέσα στη μπλούζα μου, ενώ η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Σταματάω μπροστά από τον προορισμό μου και τον κοιτάω με μια παράξενη τρικυμισμένη αίσθηση. Ενθουσιασμός, δισταγμός, μελαγχολία. Όλα τα συναισθήματα έχουν τα χέρια τους δεμένα. Κι έτσι καρφώνοντας τα μάτια μου πάνω στην φαρδιά σιδερένια πόρτα με τα ψηλά και μυτερά κάγκελα, αναρωτιέμαι γιατί ήρθα. Τι ήταν αυτό που περίμενα να καταφέρω;

Το σπίτι των γειτόνων στέκει μερικά μέτρα πιο πέρα πίσω από τη βαριά πόρτα. Ένα πέτρινο επιβλητικό οικοδόμημα που δείχνει απροσπέλαστο σε παρείσακτους. Κρατάω την αναπνοή μου προσπαθώντας να καταλάβω αν ακούγεται ακόμη μουσική, αλλά εγώ δεν ακούω τίποτα. Με φοβίζει αυτή η παράταιρη ησυχία. Κάτι πάει στραβά. Ή απλά είναι δύο μετά τα μεσάνυχτα…

Κάνω να φύγω, όταν με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ κάτι που με κάνει να γυρίσω το κεφάλι μου πίσω, για να κοιτάξω πιο προσεκτικά. Η σιδερένια πόρτα είναι τραβηγμένη προς τα αριστερά αφήνοντας ένα μικρό κενό να χάσκει, επιτρέποντας το πέρασμα ενός λεπτού ανθρώπου. Πριν προλάβω να σκεφτώ κάτι άλλο διαισθάνομαι μια κίνηση κάπου μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Είναι μια φιγούρα στην πόρτα του σπιτιού. Κάποιος κοιτάει έξω στον κήπο και προς τη μεριά μου αλλά δεν μπορώ να δω το πρόσωπό του. Ένα εκτυφλωτικό φως είναι αναμμένο ακριβώς πίσω του.

Κρατώντας την ανάσα μου βουτάω τρομαγμένη πίσω από έναν θάμνο. Τρέμω λίγο και τρέμω περισσότερο όταν συνειδητοποιώ πως και τα φύλλα γύρω μου κάνουν το ίδιο. Μέσα από τα κλαδάκια περνάει ένα γκρινιάρικο φως. Προσπαθώ να δω. Η φιγούρα βγαίνει στην αυλή τελικά και πλησιάζει λιγότερο επιφυλακτικά απ’ όσο όταν κοιτούσε πίσω από την πόρτα. Στο μισοσκόταδο μπορώ να διακρίνω μόνο το σώμα και την σακούλα που κρέμεται από το χέρι του. Λες και διαισθάνεται την παρουσία μου σαν παράφωνη νότα σε ένα τέλειο τραγούδι, κοντοστέκεται. Νιώθω την καρδιά μου να έχει κοπεί στα δύο και να χτυπάει στα μηνίγγια μου. Έπειτα στα τρία και βαράει στην κοιλιά μου.

Ο άντρας κοιτάει λίγο προς τα εδώ, αλλά όχι στην κρυψώνα μου συγκεκριμένα. Τελικά προχωράει. Τραβάει τη σιδερένια πόρτα που στέκει δυο βήματα πιο μπροστά, για να κάνει χώρο να περάσει. Χάνεται στον δρόμο. Δεν τον βλέπω πια. Η  πόρτα παραμένει ορθάνοιχτη τώρα. Μαζί και η εξώπορτα του σπιτιού. Παρατηρώ καθώς βγαίνω ανάμεσα από τα κλαδιά και σκουπίζω τα ξερά φυλλαράκια μακριά από τα μαλλιά μου.

Είμαι ελεύθερη να κάνω αυτό για το οποίο ήρθα. Οι πόρτες είναι ορθάνοιχτες. Σταματώ. Όμως, αναρωτιέμαι αν το θέλω πραγματικά. Τώρα που μπορώ να μπω μέσα στο μυστηριώδες οίκημα, την σπηλιά της φαντασίας μου, το –τόσο παράξενο- σπίτι των γειτόνων. Το ξανασκέφτομαι. Θέλω πραγματικά να το δω; Μπορώ το ξέρω. Είναι μπροστά μου. Μόνο μια ματιά μέσα. Αλλά θέλω; Θέλω να σκοτώσω όσα έχτισα με την φαντασία μου εδώ; Είναι η ώρα να σκοτώσω τόσο άδοξα τα όνειρά μου; Είναι νωρίς να παρατήσω την αθωότητα μου στον δρόμο. Είμαι μικρή για να προδώσω τα όνειρα που έκανα. Το ταξίδι μου δεν τελείωσε ακόμη.

Κοιτώ στον δρόμο. Κανείς δεν κυκλοφορεί και η φιγούρα δεν φαίνεται πουθενά. Μπαίνω στον κήπο και τρέχω στο πλακόστρωτο μέχρι την μισάνοιχτη θύρα. Έκπληκτη συνειδητοποιώ πως ακούγεται μια υπόκωφη μουσική και –δεν ξέρω γιατί- μου έρχεται να γελάσω. Να γελάσω με δάκρυα. Απλώνω το χέρι για λίγο. Οι deep purple κάνουν πάλι πρόβα στο υπόγειο. Ακούγεται η εισαγωγή από το Knocking  at your back door. Δεν με πρόδωσαν τα ίδια τα όνειρά μου και τα βρίσκω ακόμη μπροστά μου… Εγώ θα τα προδώσω; Αφήνω το χέρι  να πέσει κάτω. Κλείνω τα μάτια. Στο παράθυρο στέκεται μια σκιά που έχει σγουρά μαλλιά και φοράει ένα ψηλό καπέλο. Με χαιρετάει. Όχι σαν να λέει αντίο. Απλά. Κάνω μερικά βήματα πίσω με τα μάτια μου στραμμένα στον πέτρινο τοίχο και στα ψηλά παράθυρα.

Ο αέρας φυσάει. Κάτι ακούω και γυρίζω δεξιά μου. Ο Πέτρος φοράει τα ακουστικά του και λαγοκοιμάται στην αιώρα. Αναρχικά όμορφος ακόμη και άθελά του. Με κλειστά τα μάτια και χαλαρός δείχνει σαν να έχει και τώρα το πιγούνι του περήφανα ανασηκωμένο, έχοντας πλήρη επίγνωση της αυταρχικής γοητείας του. Πλησιάζω και σκύβω δίπλα του. Έτσι νιώθω κοντά του άλλωστε. Σκυμμένη με τα γόνατα στο χώμα. Περνάω τα δάχτυλά μου από τα ξανθά κοντοκουρεμένα μαλλιά του και τα τραβάω απαλά. Τον αποχαιρετώ εναποθέτοντας ένα φιλί μου στο πέτρινο του μέτωπο. Τον αφήνω μέχρι να επιστρέψω. Χαμογελάει γιατί ξέρει… εγώ πάντα γυρίζω πίσω αργά ή γρήγορα…

Δεν έχουν περάσει πάνω από τρία λεπτά, όταν βγαίνω πάλι έξω στον δρόμο και κοιτάω μία δεξιά, μία αριστερά. Βλέπω ένα κεφάλι να εμφανίζεται στην κορυφή της κατηφόρας και κάνω ξανά κατάδυση στα άδυτα του φουντωτού θάμνου. Η φιγούρα έχει γυρίσει πίσω χωρίς την σακούλα που κρατούσε πριν στο χέρι. Τραβάει την σιδερένια πόρτα πίσω στην αρχική της θέση κι έπειτα την κλείνει τελείως. Μετά δεν βλέπω πολλά. Καταλαβαίνω ότι η εξώπορτα έχει κλείσει. Κανένα φως δεν δραπετεύει έξω από τους πέτρινους τοίχους.

Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Περιμένω. Τα φώτα στα παράθυρα πάνω σβήνουν. Το σπίτι αποφασίζει επιτέλους να εναρμονιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο και τυλίγεται με τη σιωπή της νύχτας.  Μέσα στις δύο πρώτες μικρές ώρες μιας καινούργιας μέρας. Ρίχνω τις τελευταίες ματιές στις γωνιές του, στα σίδερα, στις πέτρες. Και φεύγω, γνωρίζοντας πως με κάποιον τρόπο θα έρθω ξανά. Σύντομα πολύ…

Φεύγω για την πραγματικότητα, πριν καταλάβει ο μπαμπάς την απουσία μου!

**

Advertisements

6 thoughts on “Των γειτόνων

    1. Κίττυ μου!! Πόσο χαίρομαι που σε »βλέπω» κι εδώ ρε κορτσάρα!! 🙂 Σε ευχαριστώ για τα γλυκά σου λόγια… Το καλύτερο δώρο που μπορεί να μου κάνει ένας αναγνώστης είναι ακριβώς αυτό 🙂

      Σου στέλνω φιλιά κι ευχές!

  1. Την ρούφηξα της ιστορία σου, όπως θα ρούφαγα ένα πολύχρωμο εξωτικό ποτό!
    Είναι από τις ιστορίες που θα εικονογραφούσα ευχαρίστως, όχι από επαγγελματική διαστροφή αλλά από γούστο, εξάλλου εσύ έχεις κάνεις ήδη όλη τη δουλειά! 😉
    Εύχομαι καλή συνέχεια!

    ΑΦιλάκια καλοκαιρινά! 🙂

    1. Καλή μου μαγισσούλα! Μην μου πεις πως εικονογραφείς βιβλία-παραμύθια.. Θα τρελαθώ! Τιμή μου να ζωγράφιζες σε εικόνες εστώ και μία μου ιστοριούλα (αν όχι όλες!)…
      Σε ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και για όλα 🙂

      ΑΦΦΦΦΦιλάκια ζαλισμένα από τα αρώματα του καλοκαιριού, δεμένα με ευχές μου!

  2. Καλησπέρα φωνούλα μου , νομίζω ότι πολύ καλά έκανες και δεν την «πετσόκοψες» την ιστορία σου γιατί δεν νομίζω ότι θα άντεχα στην προσμονή μέχρι να διαβάσω το δεύτερο μέρος. Υπέροχο κείμενο!Να έχεις ένα υπέροχο απόγευμα!Σε φιλώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s