Ρ ό ζ α

[Έκανα πολύ καιρό να εμφανιστώ, αλλά είναι αυτός ο χρόνος που άρχισε να λιγοστεύει δραματικά φέτος σε συνδυασμό με το γεγονός πως δεν έχω internet εδώ και αρκέτο καιρό… Τελος πάντων το θέμα μας είναι αυτό το διήγημα, που ομολογώ πως το έγραφα εδώ και πολλούς μήνες (χωρίς να ξέρω αν κατάφερα τίποτα καλό τελικά)..  Γι’ αυτό το παραθέτω ολόκληρο εδώ! Συγγνώμη αν είναι κουραστικό, αλλά έχω ξαναπεί πως προτιμώ να τα δημοσιεύω ολόκληρα.. Σας παρακαλώ να προσπαθήσετε να το διαβάσετε, γιατί είναι σημαντική η γνώμη σας 🙂 Θα τα ξαναπούμε]

Κάποιος μου’ πε πως <<Ρόζα>>  σημαίνει <<τριαντάφυλλο>> στα λατινικά..

Ήταν ένα καλοκαίρι ζωντανό και μουδιασμένο. Πολύχρωμο και γκρίζο συγχρόνως. Ο τροχός έκανε κρακ συνέχεια, καθώς γυρνούσε. Οι μέρες μέσα μου κυλούσαν γεμάτες και άδειες. Τις νύχτες έλιωνα πάνω στα κιτρινισμένα σεντόνια και ξεφυσούσα. Τα πρωινά κοιμόμουν τελικά, τα μεσημέρια ξυπνούσα και κρατούσα ανάστατα τα απογεύματα λίγο πριν δύσει ο ήλιος δίπλα στη θάλασσα κι έπειτα παραδινόμουν στα ατέλειωτα φανταχτερά ξενύχτια.

<< Ρόζα, τι έχεις; >>

Κολυμπούσα με ανοιχτά τα μάτια προσπαθώντας να ρουφήξω το θαμπό γαλαζοπράσινο κάτω από την επιφάνεια του νερού. Να το πάρω όλο μέσα μου.

Βουτούσα με κλειστές γροθιές μπήγοντας τα νύχια μου στη σάρκα της παλάμης μου. Τιμωρία η Ρόζα.

<< Μην τα ξαναβάψεις έτσι τα νύχια σου. Δεν σου πάει αυτό το σχέδιο. >>

Δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν αυτό που μου έφταιγε. Μάλλον το ότι έλεγα ψέματα. Παντού παραμύθια. Το ένα έφερνε το άλλο σαν να ήταν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Το έλεγα σε έναν, μετά έπρεπε να το πω και σε άλλον. Έτσι κατέληγαν να φωλιάζουν ύπουλα όλο και πιο βαθιά στις συζητήσεις μου με τους φίλους, τους γνωστούς, τους άσχετους, τους περαστικούς. Στο τέλος κοιμόμουν μαζί τους με τη δύση της μέρας. Ήμουν πολύ κοντά στο να τα πιστέψω κι εγώ.

Αλλά φαίνεται, το ψέμα δεν είναι για κανέναν. Κανείς δεν το αντέχει για πάντα. Σαν ατμός μέσα σε κλειστό-καυτό καζάνι η αλήθεια πάντα ξεφεύγει. Σκάει σαν σε νυχτερινό ουρανό, εκτυφλωτικό πυροτέχνημα. Βγαίνει στην επιφάνεια, όπως ξετρυπώνει ο ήλιος από τη σχισμή του ορίζοντα. Η ανατολή της ένα γεγονός αναπόφευκτο.

Τα ψέματα εμένα με πέθαναν, με κρέμασαν.

Ξαναβουτούσα στο πράσινο, στο γαλάζιο. Αυτή τη φορά πιο βαθιά.

***

<< Μου αρέσει. Πολύ. Αλλά φοβάμαι μήπως πληγωθώ πάλι… >>

Έκανε έναν μικρό κύκλο με το ποτηράκι της στον αέρα και το κόκκινο κρασί μέσα στο γυαλί χόρεψε ανεπαίσθητα στο ρυθμό της δικής της καρδιάς, στο ρυθμό του δικού μου ψέματος.

<< Το ξέρω. Το είχα καταλάβει από καιρό >>, είπα και ήπια μια γουλιά από το δικό μου.

Έσπρωχνα το σώμα μου προς τα κάτω και βύθιζα το κεφάλι μου μέσα στο ρευστό αλμυρό νερό με τα μακριά μαλλιά μου να ανεβαίνουν στην επιφάνεια ανοίγοντας σαν μια μεγάλη χρυσή βεντάλια. Με τις τρίχες της να λαμποκοπούν πιο αστραφτερά από το υγρό.

Κοίταξα τη θάλασσα δίπλα μας. Τις οικογένειες που ήταν στρωμένες στους ίσκιους και τα βλαστάρια τους που μεγάλωναν κοντά  στο κύμα, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού.

<< Τι να κάνω ρε Ρόζα; >>, με κοίταξε με λαχτάρα καθώς τα μαύρα μάτια της γυάλισαν. Ήθελε βοήθεια.

Από τότε που ερωτεύτηκα πάντα βοήθεια ήθελα…

Ένιωθα πάντα την αδικία να με πλημμυρίζει και να ανεβαίνει -να σέρνεται ως απάνω- στις κόγχες των ματιών μου. Κάποιες φορές να ξεχειλίζει πεισμωμένη και να τρέχει με μια σκληράδα, μια ατσάλινη περηφάνια στα διάφανά μου μάγουλα. Ένιωθα άρρωστη και γι’ αυτό θυμωμένη με την ίδια μου την ύπαρξη, τη στάση μου στον χώρο. Ήμουν όμως και δειλή κι αυτό με εκνεύριζε ακόμα περισσότερο, γιατί –το παραδέχομαι- λειτουργούσα με εγωισμό και ναρκισσισμό.

<< Πες μου εσύ… Τόσα χρόνια τον ξέρεις! >>

Άναψα τσιγάρο. Και καλά η άνετη.

Όποτε βρίσκω τα σκούρα αρπάζω το πακέτο μπροστά μου, το ανοίγω και τραβώ με μια ντελικάτη κίνηση ένα από τα πολλά τσιγάρα- σανίδες σωτηρίας- στο εσωτερικό του. Το ακουμπώ στα χείλη μου, το ανάβω νωθρά μετά από μερικά δευτερόλεπτα και ρουφάω ευτυχισμένη τον αρρωστημένο καπνό του. Τον αφήνω να σπείρει την βρώμα του μέσα στα σωθικά και τα πνευμόνια μου. Να θερίσει δαιμόνια. Να καλύψει όλα τα άλλα.

Κοίταξα την παραλία με τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες. Κάπου εκεί πίσω στο γαλάζιο ήταν χωμένος. Εκεί τον έβρισκες, όταν δεν ήταν κάπου κοντά. Ζούσε στο νερό…

Τα καλοκαίρια πίστευα πως κολυμπώντας στη θάλασσα, στα πράσινα νερά μπορούσα να είμαι μαζί του. Από μικρή με είχε ενθουσιάσει ένα μάθημα γεωγραφίας που έλεγε πως όλοι οι ωκεανοί και οι θάλασσες επικοινωνούν , ενώνονται και στην πραγματικότητα αποτελούν ένα ενιαίο πράγμα. Έτσι, βουτώντας στο νερό και κλείνοντας τα μάτια έκανα πως τον είχα δίπλα μου, άνοιγα τα μάτια κι έβλεπα μια γαλαζοπράσινη θολούρα. Περίμενα να με καταπιεί το φάντασμά του. Έκανα μακροβούτια και σπρώχνοντας με τις παλάμες μου το νερό φανταζόμουν πως χάιδευα το πρόσωπό του. Μας ένωνε η θάλασσα, έλεγα.. ελπίζοντας πως μας έδεναν και κάτι άλλα¨ αόρατα.

Κοίταξα τα κατακόκκινα νύχια στα δάχτυλα του χεριού μου και σκέφτηκα πόσο πασέ ήταν αυτό το χρώμα πια σε συνδυασμό με το μάκρος των νυχιών. Γυάλιζε το βερνίκι λες και στην λάμψη του ταλαντευόταν ο θυμός μου.

<< Σε νιώθω σαν αδερφή μου… Και κάτι παραπάνω από αδερφή μου… >>

<< Κι εγώ σε νιώθω πολύ κοντά μου >>

Κοίταξα την Παυλίνα με ένα βλέμμα που δεν έχω ιδέα τι μπορεί να έδειχνε. Ξέρω ότι ένιωθα κάτι σαν ειρωνεία, με πικραμένη ζήλια μαζί. Και –κάτι παράξενο- με τσιμπούσε μια σταγόνα οίκτου στη γλώσσα μου¨ έτσουζαν τα μάτια μου καθώς την παρατηρούσα, με λύπηση, γιατί συνειδητοποίησα πως ήταν σαν να έβλεπα την Ρόζα σε κάποια άλλη εκδοχή της. Μια επανέκδοση του εαυτού μου, η Παυλίνα μπορούσε να θεωρηθεί πιο ελκυστική από εμένα, αλλά το κυριότερο είχε ερωτευθεί σφοδρά τον ίδιο άντρα με εμένα. Σφοδρά, βαθιά κι αληθινά όπως κι εγώ. Είχε κάνει βουτιά στο σκοτάδι του χάους, χωρίς να πάρει μαζί της κάτι που θα τη βοηθήσει να γυρίσει πίσω. το ρίσκαρε ή καλύτερα το επέλεξε και θέλησε να αγαπήσει κάτι που είχε πολλές πιθανότητες να τη σκοτώσει.. Σαν εμένα, σαν εμένα, σαν εμένα.

Και αυτό είχε μία παράξενη επιρροή πάνω μου. Με έκανε κακή και καλή συγχρόνως. Έκανα πίσω μα είχα κι ελπίδες. Έλεγα ψέματα μα έλεγα κι αυτό που πραγματικά πίστευα από την πλευρά μου.

<< Εγώ σε συμβουλεύω να του μιλήσεις! Να του πεις αυτά που αισθάνεσαι >>, ρούφηξα λίγο από τον καπνό μέσα και τον τράβηξα προς τα κάτω στα πνευμόνια μου κι έπειτα τον έδιωξα, << άλλωστε, εγώ νομίζω πως υπάρχουν πολλές πιθανότητες να βρουν ανταπόκριση τα συναισθήματά σου >>, ψέλισσα, << Νομίζω πως έχετε έρθει πολύ κοντά >>.

Έμπηξα τα νύχια στο μπούτι μου κάτω από το τραπεζάκι και χαμογέλασα.

***

Εκείνη την εβδομάδα, μας φιλοξενούσε στο εξοχικό του ένας καλός φίλος. Τα είχαμε καταφέρει και μετά από αρκετό καιρό βρήκαμε λίγο χρόνο να βρεθούμε όλοι μαζί μέσα στις διακοπές. Οι δουλειές και οι υποχρεώσεις μας έπαιρναν παντού από πίσω σαν φαντάσματα που τα είχαν αλυσοδέσει στις πλάτες μας. Αλλά, εδώ ήταν αλλιώς. Το σπίτι του Κίμωνα ήταν για όλους μας ένα ευλογημένο καταφύγιο. Είχα βρει τον Παράδεισό μου δίπλα στην άμμο. Σαν κάστρο.

Αλλά, ξέρετε τι λένε.. Εδώ είναι ο Παράδεισος, εδώ και η Κόλαση.

Οι άγγελοι έγιναν διάβολοι.

Καθόμασταν στις λευκές σιδερένιες καρέκλες της αυλής  κάτω από την αχλαδιά. ο Σταύρος κι εγώ παίζαμε αγωνία, όπως τότε που ήμασταν δεκαέξι χρονών και πειράζαμε ο ένας τον άλλο. Ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του και χαμογελαστός -αντί να βάλει στο τραπέζι ένα καινούργιο φύλλο- μου έδωσε ένα σκληρό χάρτινο ορθογώνιο  λίγο μεγαλύτερο από την παλάμη μου. Το κράτησα απαλά και προσεχτικά το έφερα πιο κοντά στα μάτια μου. Έσκυψα ευλαβικά πάνω από την φωτογραφία σαν στοργική μητέρα που αντίκριζε το παιδί της. Το παιδί του, που βγήκε μέσα από ένα κλικ –ένα κράτημα- των δαχτύλων του. Ήταν και δικό μου.

Κοίταξα το κορίτσι στο κέντρο του πλαισίου. Όρθια στεκόταν στητή και περήφανη ενώ συγχρόνως έγερνε  προς τα αριστερά με έναν παράδοξο τρόπο. Χαμογελούσε πλατιά προς το φακό ακουμπώντας με το ένα χέρι το κεφάλι με τα αχυρένια μαλλιά  σαν  ντροπαλή έφηβη, αλλά εκείνη έδειχνε είκοσι-έξι. Όμως, όταν την κοιτούσες μελαγχολούσες. Είχε κάτι σπασμένο το χαμόγελο, σαν ραγισμένο. Χαλασμένο. Ήταν τα θλιμμένα μάτια της που έκαναν τη μεγάλη ανατροπή στην ατμόσφαιρα της φωτογραφίας.

<< Είσαι όμορφη >>

Ένα αχνό χάδι στην κορυφή του κεφαλιού, στα χρυσά μου μαλλιά.

Η καρδιά μου βούρκωσε.

Πιο βαθιά, ήθελα να πάω ακόμη πιο βαθιά.

***

Το προηγούμενο βράδυ κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε πως ο Σταύρος και η Παυλίνα δεν ήταν σπίτι. Είχαν εξαφανιστεί χωρίς να πουν τίποτα. Οι άλλοι δεν έδωσαν σημασία. Εγώ περίμενα λίγο κι έπειτα έκατσα στο μαρμάρινο σκαλί της σκάλας και φόρεσα τα αθλητικά μου. Έστρωσα την τσαλακωμένη φόρμα πάνω μου και κοίταξα ατάραχη τον Κίμωνα μέσα από τον καθρέφτη καθώς έδενα τα μαλλιά μου σε μια κοτσίδα.

<< Μπορείς να μου πεις γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; >>, είπε το είδωλό του κι ακούμπησε το σαγόνι του στον ώμο μου.

Γύρισα και τον κοίταξα πονηρά.

<< Γιατί το λες αυτό; >>, χαμογέλασα, << Το γρήγορο περπάτημα κάνει πολύ καλό! >>

Μόρφασε αγανακτισμένος.

<< Κάνεις σαν παιδί! >> -θυμός ήταν αυτός;- << Γιατί δεν του μιλάς; >>, σαν να με κοιτούσε περιφρονητικά τώρα, << Πόσο ακόμα θα περιμένεις και σε τι ακριβώς βοηθάει όλο αυτό; Σύνελθε και βάλε μυαλό! Μην κάνεις βλακείες! >>, με μάλωνε τώρα.

<< Καλά-καλά >>, τον χτύπησα καθησυχαστικά στον ώμο και του τσίμπησα απαλά τη μύτη, όπως μου άρεσε να κάνω πάντα.

Έφυγα αναψοκοκκινισμένη με ψηλά το κεφάλι. Προσπαθούσα να φανώ αδιάφορη και το πετύχαινα. Μόνο ο Κίμωνας κουνούσε κοροϊδευτικά το κεφάλι του καθώς κουνούσα το χέρι μου και τον χαιρετούσα από μακριά ξεκινώντας τη διαδρομή μου. Έκλεισα την καγκελόπορτα πίσω μου κι άρχισα να περπατώ γρήγορα κατά μήκος της παραλίας στον δρόμο κάτω από το σπίτι.

Εδώ δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο. Το σπίτι βρισκόταν στην άκρη του χωριού και τα ταβερνάκια, τα μπαρ και τα τσιπουράδικα ήταν στρωμένα αρκετά πιο πέρα στην άσφαλτο. Εδώ είχε ησυχία. Ούτε  αυτοκίνητο περνούσε, ούτε ποδήλατο κι ένιωθα μόνη. Κρυφά μέσα μου φοβόμουν  λίγο και στραβοκατάπινα ανά τακτά διαστήματα. Δεν είχε περάσει ένα τέταρτο όταν είχα ήδη αρχίσει να επεξεργάζομαι το ενδεχόμενο της επιστροφής. Εκείνη τη στιγμή είχα ξεχάσει και τον λόγο που είχα βγει έξω από το καταφύγιό μου. Μέχρι που άκουσα κάτι γέλια.

Ερχόντουσαν κελαριστά μέσα από το ημίφως της νύχτας λες και αντηχούσαν από τα στόματα καλοκαιρινών νυμφών. Ή μήπως ήταν γοργόνες που έπαιζαν ανέμελα κάτω από το ασημόλευκο φεγγαρένιο φως; Για μια στιγμή νόμιζα πως αυτές οι δυο φιγούρες στο μαύρο ήταν όντως μορφές βγαλμένες από κόσμους φανταστικούς. Για μια ανάσα αισθάνθηκα πως είχα μπει κατά λάθος σε ένα ξένο σπίτι.

Αλλά εγώ, η Ρόζα, ποτέ δεν πίστεψα στα παραμύθια.

Τα δύο σώματα που ήταν βουτηγμένα μέχρι τη μέση στη σκοτεινή θάλασσα δεν ανήκαν ούτε σε γοργόνες ούτε σε εξωπραγματικά πλάσματα. Αντίθετα, ήταν ανθρώπινα και γυάλιζαν σαν να ήταν βρεγμένα με λευκόχρυσο λαμποκοπώντας προκλητικά στη μέση της ερημιάς. Η μια φιγούρα –η πιο λεπτή- ήταν γερμένη στην αγκαλιά της άλλης τώρα και καθόταν ήσυχη. Σιωπή τύλιγε την αμμουδιά και σκέπαζε τις πέτρες προστατευτικά. Τα γέλια είχαν γίνει παρελθόν. Μόνο ο γνώριμος ήχος του κύματος ακουγόταν.

Κάτι κάπου μέσα μου πρέπει να έσπασε.

Κρακ!

Κοίταξα τα πόδια μου. Πάτησα κάτι σαν κλαδάκι που είχε πέσει στην άμμο. Κόπηκε σε δυο άνισα κομμάτια. Ίσα που μπορούσα να το δω στο λιγοστό φως. Μετά έτσι κι αλλιώς τα μάτια μου θόλωσαν. Μετά έτσι κι αλλιώς παραπάτησα και πέθανα για πρώτη φορά. Σαν μικρό παιδί έσυρα με κόπο το μισοτελειωμένο μου κουφάρι πίσω από ένα δέντρο. Κρύφτηκα για να ξεψυχήσω περήφανα κι όταν ένιωσα έτοιμη, σηκώθηκα πάνω. Σκούπισα τα μάτια μου κι έφυγα ήσυχα αφήνοντας μοναχούς τους προδότες της καρδιάς μου. Κάπως έτσι ένιωθα τώρα που είχα δει αγκαλιασμένους μέσα στη θάλασσα τον Σταύρο και την Παυλίνα.

Προδομένη. Χωρίς να καταλάβω από τι ακριβώς. Εγώ ήμουν η φίλη τους. Αυτό τους είχα αφήσει να πιστέψουν. Αυτό πίστευα κι εγώ για πολύ καιρό.

Γύρισα σχεδόν τρέχοντας στο σπίτι. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του Κίμωνα, ευχήθηκα καληνύχτα σε όλους και κλείστηκα στο δωμάτιο μου.

***

Το χέρι μου τινάχτηκε ξαφνικά στη σκέψη όλων αυτών που έγιναν το προηγούμενο βράδυ κι έσπρωξε κατά λάθος το ποτηράκι με το κόκκινο κρασί, που έπεσε στο τραπεζομάντηλο. Πριν καν προλάβω να το σηκώσω ξανά όρθιο, είχε ποτίσει το ύφασμα. Μια σταγόνα έσταξε στο πόδι μου. Έπεσε ακριβώς πάνω στο αίμα που ξεπηδούσε τώρα από την μικρή πληγή που είχα κάνει στο μπούτι με τα νύχια μου. Και κόκκινο με κόκκινο ενώθηκαν με έναν δραματικό τρόπο την κατάλληλη στιγμή.

Άπλωσα αμέσως τα δάχτυλά μου και τράβηξα μια χαρτοπετσέτα προσπαθώντας να μπαλώσω την ζημιά μου.

<< Αλήθεια που είχατε εξαφανιστεί εχθές; >>, είπα κρατώντας τα μάτια μου καρφωμένα στον λεκέ.

Το πρόσωπο της Παυλίνας έλαμψε μεμιάς!

<< Α! >>,έκανε, <<Είχαμε πάει για νυχτερινό μπάνιο >>, χαμογέλασε παιχνιδιάρικα.

Ήμουν μοναχικός τύπος από τότε που με θυμάμαι να υπάρχω, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είχα ανάγκη κάποιους ανθρώπους. Δεν σημαίνει πως δεν υπέκυπτα κι εγώ στην αγάπη και στον έρωτα. Πριν το καταλάβω με είχα βρει κι εμένα αλυσοδεμένη σαν όλους αυτούς που λυπόμουν και ειρωνευόμουν. Είχα γίνει αυτό στο οποίο έβγαζα τη γλώσσα κι αντιστεκόμουν. Κάτι το οποίο πίστευα πως είχα νικήσει για πάντα. Αλλά να με τώρα να μιλάω για όλα αυτά και να κλαίγομαι για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Εγώ που μισούσα τα βέλη και τις ιστορίες τους.

<< Και; >>, μου φάνηκε πως ίσα που ακούστηκε η φωνή μου.

<< Και… Δεν ξέρω! Ήταν υπέροχα… >>, είπε και αναστέναξε ευχαριστημένα.

Συζητήσαμε λίγο ακόμη θυμάμαι και αργότερα ζητήσαμε λογαριασμό. Βγήκαμε από το ταβερνάκι έξω στον δρόμο και πήγαμε να βρούμε τους υπόλοιπους.

***

Είχαμε στρώσει τις ψάθες μας στο γρασίδι της αυλής κάτω από τη συκιά. Οι φλογερές ακτίνες περνούσαν μέσα από τα στριμωγμένα φύλλα και κατέληγαν στο δέρμα μας για να το κάψουν. Εκείνος  είχε κρύψει το πρόσωπό του κάτω από το λευκό του καβουράκι με την μαύρη υφασμάτινη λωρίδα. Εγώ είχα το ένα μου χέρι πίσω από το κεφάλι μου και με την ανάστροφη του άλλου κάλυπτα τα μάτια μου. Ήμασταν και οι δυο ξαπλωμένοι ανάσκελα και δίπλα-δίπλα. Αμίλητοι, όπως πολύ συχνά συνοδεύαμε ο ένας τον άλλο. Συνήθως οι σιωπές που ανταλλάζαμε  έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις. Ή μάλλον έτσι νόμιζα εγώ.

<< Θα μου κάνεις μια χάρη; >>, ακούστηκε ξαφνικά.

Τον αισθάνθηκα να αλλάζει πλευρό.

Άνοιξα τα μάτια και γύρισα κι εγώ να τον κοιτάξω.

<< Φυσικά! Ό, τι θες… >>, είπα με  παράταιρη προσμονή.

Ακόμα δεν είχα μεγαλώσει τελικά. Τι κι αν κάπνιζα, αν φορούσα πιο ωραία ρούχα, αν έβαζα στα πόδια μου τακούνια κι αν έβαφα τα νύχια μου κόκκινα, αν φιλούσα πιο ωραία πια κι αν δούλευα και διάβαζα παράξενα βιβλία. Κάτι μέσα μου είχε ξεμείνει πίσω και είχε παραμείνει στο παρελθόν ή απλώς κάτι παλιό γύριζε στο παρόν σαν να μην είχε φύγει ποτέ και πολλές φορές κάποιες στιγμές –όπως αυτή- ένιωθα πως δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από πάνω μου. Αισθανόμουν κοριτσάκι.

Αυτός ο άνθρωπος με έκανε να νιώθω πολύ συχνά έτσι και δεν είμαι σίγουρη ότι μου άρεσε πολύ. Το ξαναείπα: είμαι εγωίστρια.

Ο Σταύρος με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια τη στιγμή που βουτούσα κι εγώ στους λαμπερούς γαλαξίες των δικών του. Και ήταν από εκείνες τις ματιές που ξέρεις ότι δεν είναι τυχαίες, που ξέρεις πως κάποια μοίρα τους το έχει ορίσει ανάμεσα σε χρόνους κι αποστάσεις να διασταυρώνονται αιώνια.. Ή απλά από αυτές στις οποίες σου αρέσει να επενδύεις και να πιστεύεις ώσπου να πεθάνει και η τελευταία ελπίδα…

Ματιές που φυτεύουν κόσμους ολάκερους και μαγικούς στα πιο απόκρυφα σεντούκια της ψυχής.

<< Θέλω να με βοηθήσεις με μια κοπέλα >>.

Στη θάλασσα ήμουν ακόμη. Στάθηκα όρθια εκεί που το νερό έφτανε μέχρι τις γάμπες μου. Πήρα την πιο βαθιά ανάσα που είχα πάρει εδώ και μέρες κι έπεσα με δύναμη ξεκινώντας το μακροβούτι μου. Αν πίστευα στα παραμύθια θα ευχόμουν να μην τέλειωνε ποτέ κι εγώ να κολυμπούσα μέχρι να πεθάνω.

Δεύτερη φορά πέθανα.

<< Την ξέρω; >>

<< Ναι >>

<< Η Μάγια; >>, έκανα και χαμογέλασα ήρεμα.

Κούνησε το κεφάλι του.

Την Μάγια την είχα γνωρίσει το προηγούμενο καλοκαίρι μέσω κοινών φίλων. Σύντομα την είχα συμπαθήσει χωρίς να με ενθουσιάζει ιδιαίτερα κιόλας. Ήταν μια ωραία κοπέλα με κλασσική ομορφιά. Λίγο χλωμή και μ’ ένα νωχελικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Ψηλή κι αδύνατη. Πολλές φορές έδειχνε αρκετά απόμακρη και κλειστή. Ίσως κι αυτή ήταν λίγο ρομαντική και μελαγχολική, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο από εμένα.

Κι αυτός ο συνδυασμός φαίνεται είχε κάνει τον Σταύρο να την ερωτευτεί. Κι εγώ το ήξερα. Από καιρό.

<< Αχά! Καλά το είχα υποψιαστεί εγώ! >>, είπα παιχνιδιάρικα και του έδωσα μια απαλή γροθιά στον ώμο, << Για πες, τι θέλεις να κάνουμε λοιπόν; >>.

Τι ήταν αυτό που περίμενα να ακούσω; Σε ποια ψευδαίσθηση είχα σκαλώσει; Με εντυπωσίαζε ο τρόπος που τόσα χρόνια συντηρούσα μια ιδέα, ένα όνειρο. Και πότιζα τις ξεραμένες ελπίδες και άρχιζα ξανά από την αρχή. Πώς το συντηρούσα όλο αυτό το τέρας που έτρωγε λίγο από εμένα μέσα μου και γιατί δεν το είχα ξεριζώσει μαζί με όλα τα ψέματα που είχα πει; Σκότωνα τον εαυτό μου κάθε στιγμή. Τον έχανα. Έπαψε να μου ανήκει! Μα πιο πολύ απ’ όλα με εντυπωσίαζε το πόσο ξαφνικά το συνειδητοποιούσα… Αυτό ήταν λοιπόν; Έτσι τέλειωσαν όλα; Δεν υπάρχει κάτι άλλο;

Ποια είμαι πια δεν ξέρω…

<< Εμένα ντρέπεσαι; Δεν θα μου πεις τι έχεις; >>

Τι παλιμπαιδισμός ήταν αυτός Θεέ μου; Εγώ που δεν πίστευα στεκόμουν κι έκανα προσευχές μήπως και σωθώ από τον τυφώνα που με βρήκε, ή που εγώ βρήκα (δεν έχει σημασία πλέον). Σαν κοριτσάκι μικρό στην πρώτη αγάπη της άνοιξης σκάλιζαευχές στον ουρανό. Αχ και πονούσαν.. Λες και τις χάραζα στο δέρμα μου. Αυτό ήταν το τίμημά τους!

Κι ένιωθα ταπεινωμένη. Να με πνίγει ένα ολοδικό μου άδικο. Ένα άδικο που δεν υπήρχε.

<< Θες να κανονίσουμε για καφέ; >>, ανακάθισε πάνω στο ψάθινο στρώμα του, << Εμείς οι τρεις… >>.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως φωτίστηκε το πρόσωπό του. Πως άστραψαν τα μάτια του. Κι εγώ σκόνταψα πάνω.

<< Αμέ! Γιατί όχι; >>, ανασήκωσα τους ώμους και χαμογέλασα ξανά,<< Κανόνισε και πες μου>>.

***

<< Σε παρακαλώ Ρόζα… Πες μου τι έχεις >>.

Δεν ξέρω τι έγινε, αλλά δεν βρεθήκαμε ποτέ οι τρεις μας. Με τον Σταύρο δεν το συζητήσαμε ξανά από εκείνη τη μέρα κι εγώ δεν τόλμησα να τον ρωτήσω. Ούτε αυτός το ανέφερε. Πέρασα αρκετές φορές από τον φούρνο του χωριού για να χαιρετήσω τη Μάγια που βοηθούσε τους γονείς της, αλλά ούτε κι εκείνη μου πρότεινε ποτέ κάτι παρόμοιο. Δεν φαινόταν καν αν είχε μιλήσει μαζί του. Αλλά, έτσι όπως τα έφερε η μοίρα λίγο καιρό αργότερα διαγράφτηκε κάθε πιθανότητα μιας διαφορετικής εξέλιξης των γεγονότων.

Ο παφλασμός των κυμάτων κλεισμένος στη ζέστη ενός νωχελικού καλοκαιριού και οι φωνές μπροστά του. Αυτός ήταν ο ήχος που συνόδευε τα λόγια του Κίμωνα.

<< Με έχεις απογοητεύσει. Με έχεις αφήσει μουδιασμένο να αναρωτιέμαι. Πόσο καλά σε ξέρω τελικά; Πάντα νόμιζα πως όλες αυτές τις θεωρίες σου τις πίστευες και τις έκανες πράξεις. Γι’ αυτό και τις υποστήριζες με το πάθος σου κάθε φορά που συζητούσαμε και προσπαθούσες να μας πείσεις, να μας προτρέψεις να κάνουμε το ίδιο. Νόμιζα ότι ήσουν δυναμική και αληθινή. Ότι πατούσες στα πόδια σου! >>, κάτι μέσα στις κόρες των ματιών του διαλυόταν λίγο-λίγο σαν κλωστούλες που ξέφτιζαν εκείνη τη στιγμή, << Αλλά ρε Ρόζα, εσύ κούκλα μου μας έλεγες ψέματα! Μας ξεγελούσες… >>.

Κοίταξα ατάραχη τα νύχια μου. Το βερνίκι πάνω τους είχε αρχίσει να ξεθωριάζει όπως είχε ξεκινήσει να αποσυντίθεται το παρόν μου. Άναψα τσιγάρο, θυμάμαι και βύθισα τις γυμνές μου πατούσες στη βρώμικη άμμο. Συνέχισα να τον ακούω, αλλά όσο κι αν δεν το παραδεχόμουν ένιωθα λες και οι λέξεις του διαπερνούσαν έναν αόρατο φράχτη που είχα στήσει γύρω μου έτσι ώστε να μην με πλησιάζει κανείς.

Μια μέγγενη σύνθλιψε την καρδιά μου.

<< Και ξέρεις πως αισθάνομαι εγώ τώρα; >>,συνέχισε γνωρίζοντας πως με πονούσε, << Προδομένος!  Θυμάσαι όλα αυτά που με συμβούλευες να κάνω; Πόσα μου είχες πει τότε… Μιλούσες πάντα εκ του ασφαλούς Ρόζα. Σίγουρη πως τα πράγματα είναι απλά. Τώρα όμως που έρχεσαι σε παρόμοια θέση δεν κάνεις τίποτα απ’ όσα υποστήριζες πάντα! >>

<< Σε παρακαλώ. Θέλω να μου πεις… Το ξέρω ότι κάτι έχεις. >>

Τα ψέματα εμένα με πέθαναν, με κρέμασαν…

Αλλά εγώ, εγώ έλεγα πάντα αυτό που πίστευα. Αυτό που είναι το καλύτερο. Έδινα κομμάτι μου, όχι ψέμα! Απλώς σκεφτόμουν με διαφορετικό τρόπο. Οι άλλοι τώρα θα αρχίσουν να πιστεύουν πως κρυβόμουν πίσω από όλα αυτά, αλλά εγώ δεν νομίζω πως ήταν έτσι ακριβώς. Το ότι δεν έκανα πράξεις πάντα αυτά για τα οποία μιλούσα δεν πάει να πει ότι δεν μπορούσα να συμβουλεύσω τους γύρω μου να πράξουν έτσι από τη στιγμή που αυτό θα ήταν το ιδανικό για τους ίδιους! Δεν έκανα κακό, βοηθούσα…

Δεν μπορούσα να προσφέρω μόνο λέξεις για να βοηθήσω τον κόσμο; Δεν μπορούσα να πείσω, να γιατρέψω, να αλλάξω διαθέσεις με τα λόγια; Αφού έλεγα την αλήθεια. Μια ζωή.

<< Δεν με εμπιστεύεσαι πια; >>

<< Δεν ξέρω >>, είπε απλά.

Έβαλα τα πόδια μου επάνω στη ξαπλώστρα. Το ίδιο έκανε και ο Κίμωνας.

Μείναμε να κοιτάζουμε και οι δυο τη θάλασσα που στραφτάλιζε. Ισορροπώντας στο λεπτό σκοινί της σιωπής χωμένοι σε σκέψεις αντιφατικές. Εγώ δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτα, όμως. Πάντα όταν φτάναμε πολύ βαθιά προτιμούσα να υψώνω ξανά τον φράχτη γύρω μου και να αποστασιοποιούμαι. Αλλά αυτός είχε επιμονή και κότσια και βουτούσε πάλι.

<< Πρέπει να του το πεις, Ρόζα >>, ψιθύρισε, << Μην κάνεις άλλο κακό στον εαυτό σου. Όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο δύσκολο… Γιατί δεν το καταλαβαίνεις; >>

Είδα την Παυλίνα, τον Σταύρο και τους άλλους που περνούσαν τον δρόμο και κατευθυνόντουσαν προς το μέρος μας με τα σακίδια  στους ώμους και τις πολύχρωμες πετσέτες γύρω από τους λαιμούς τους. Κοίταξα τα μάτια του και σηκώθηκα όρθια. Έλυσα το παρεό από τη μέση μου.

<< Θα του το πω >>.

Αμέσως μετά βρισκόμουν στη θάλασσα. Στην αγκαλιά του γαλαζοπράσινου. Βουτούσα και ήταν λες και κλεινόμουν στο εσωτερικό ενός τεράστιου διαμαντιού σαν εκείνα τα δαχτυλιδάκια που βόλευε η γιαγιά στη κοσμηματοθήκη της. Ένιωθα εσώκλειστη στον πλούτο της ζωής. Κι έσπρωχνα με τα πόδια το σώμα μου προς τα πάνω ίσα-ίσα να φαίνεται μόνο η κορυφή του κεφαλιού μου στην επιφάνεια. Έτσι που τα χρυσά μου μαλλιά να ανοίγουν σαν μεταξένια βεντάλια. Χρυσό και πράσινο, όπως το δαχτυλίδι.

<< Θα σου πω >>.

***

Από μικρή είχα αδελφική σχέση με το νερό. Ήμουν μοναχοπαίδι και μέσα στη περιστασιακή παιδική μοναξιά μου, σκάρωνα φανταστικούς φίλους που οι περισσότεροι ζούσαν στο ποτάμι κοντά στο σπίτι μας. Ζούσαν και κολυμπούσαν αφήνοντας το νερό να τους πάει εκεί που τους έλεγαν τα όνειρά τους. Κι αν καμιά φορά έκαναν κάποιο λάθος, έκαναν μια βουτιά παραπάνω και αυτό παρασυρόταν μαζί με τα κλαράκια και τις πέτρες. Έτσι μου έδινε πάντα ελπίδα. Με έκανε να σκέφτομαι πως ότι κι αν συμβεί, άμα έχω θέληση θα μπορώ πάντα να το αλλάξω και να το διορθώσω. Πως ποτέ δεν θα μπορούσε να με καθορίσει ένα λάθος.

Έτσι πάντα η θάλασσα συμβόλιζε για μένα την λύτρωση της κάθαρσης και την αγάπη της δεύτερης ευκαιρίας.

Το πράσινο φως τόνιζε τη λάμψη στα μάτια του και τώρα ήταν το κεφάλι του που έμοιαζε με πολύτιμο λίθο και όλη του η παρουσία. Δεν άντεξα άλλο. Εκείνη τη νύχτα ήπια μονάχα ένα ποτό και έκανα να φύγω με μια ξαφνική αυτολύπηση να κοντράρει τους στητούς μου ώμους.

<< Κάτσε λίγο ακόμα! >>, με τράβηξε απαλά από τον ώμο ο Κίμωνας.

<< Δεν μπορώ άλλο πια >>, είπα σιγά με σφιγμένο παράπονο θέλοντας απεγνωσμένα να πέσω στην αγκαλιά του και να κλάψω λίγο.

Πριν προλάβει αυτός και το άδικο, που ανέβαινε στα μάτια μου, να με σταματήσουν, το έσκασα. Πέρασα ανάμεσα από τον καπνό, το αλκόολ  και την μελαγχολική εναλλαγή του πράσινου και του σκοταδιού καταλήγοντας έξω από το μπαράκι.

Ένιωθα τα πόδια μου να με εγκαταλείπουν μουδιασμένα, το σώμα μου κουρασμένο και τους ώμους μου σκυφτούς. Ένα αχανές κενό μέσα μου τόσο άδειο που μόνο δάκρυα είχα τώρα για να το γεμίσω. Ένα ερημικό ξερό κομμάτι νοητής γης μέσα στο οποίο είχαν χαθεί τα βήματά μου. Μέσα σε ξένους, νέους δρόμους άφηνα πίσω μου κάποια πράγματα κι έβρισκα μπροστά άλλα που δεν είχα ανακαλύψει ποτέ πριν. Είχε εξαφανιστεί η περηφάνια. Αυτή η αυτοπεποίθηση και η δύναμη που κρατούσα πάντα μέσα μου. Τις είχα υπερεκτιμήσει. Έλεγα περιγράφοντας τον εαυτό μου στον εαυτό μου: ‘’Είμαι δυνατή, δεν ανήκω σε κανέναν, πατάω στα πόδια μου’’. Ή είσαι ή δεν είσαι. Έτσι δεν πιστεύαμε όλοι; Που πήγαν τώρα όλα αυτά που ήμουν μέχρι πριν λίγο; Ή νόμιζα πως ήμουν; Αν ήμουν πράγματι όλα εκείνα, πώς θα έπρεπε να αισθάνομαι τώρα;

Το φόρεμα είχε κολλήσει στην πλάτη μου και τα κόκκαλα μου πονούσαν. Έκατσα στο πεζοδρόμιο λίγο πιο δεξιά από την είσοδο του νυχτερινού μαγαζιού. Το βλέμμα το κάρφωσα στο διαμαντένιο μαύρο, ανάβοντας τσιγάρο. Φύσηξα τον καπνό του προς τα έξω σκεπτόμενη για μια στιγμή πώς θα ήταν αν αποβάλαμε κάθε κακό από μέσα μας με τον ίδιο τρόπο που διώχναμε τον καπνό. Και αν είχαμε αυτή την ευκαιρία πόσοι από εμάς θα το έκαναν;

***

Δεν είχαμε νερό να βρέξω το στόμα μου και αρκέστηκα στο κρασί.

Κάναμε νόημα στον σερβιτόρο της ταβέρνας, για να μας φέρει τον λογαριασμό.

<< Τον αγαπάς πολύ >>

Εγώ πόσο τον αγαπούσα; Είχε μέτρο η αγάπη;

<< Ε, κι εσύ δεν τον αγαπάς; >>, γέλασε.

Μόνο που η αγάπη δεν είναι τσουβάλι με πατάτες να δίνεις χρήματα και να την αγοράζεις με το κιλό. Δεν είναι καν αντικείμενο αγοραπωλησίας ή διαπραγμάτευσης, ούτε συμφωνίας. Να υπογράφουμε συμβόλαια με τους ανθρώπους και να μοιράζουμε εκτάσεις και χωράφια.  Δεν έχει λίγο ούτε πολύ. Δεν έχει πώς και γιατί. Δεν διαλέγεις στην αγάπη.

<< Ναι, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο με εσένα, νομίζω… >>.

Ψέματα. Πόσα είπα, για να ξεφύγω; Τα έπλεκα θέλοντας να φύγω μακριά, αλλά το μόνο που κατάφερα τελικά ήταν να βρεθώ μπλεγμένη στον λαβύρινθό μου. Κάθε τέτοιο κι ένα βαρίδι που με τραβούσε προς τα κάτω.

Βουτούσα. Σε κάθε ψέμα.

<< Εσύ αλήθεια.. Τι γίνεται; Όλο εγώ ακούγομαι! >>, είπε χαμογελαστά, << Πώς τα πας με εκείνον που μου έλεγες από τη δουλειά; >>

Είχα πλάσει στο μυαλό μου μια ιδανική φιγούρα με ασχολίες, χόμπι, διαλόγους σύντομους και μικρές τυπικές κοινωνικές συναναστροφές. Είχα δώσει και όνομα στη σκιά μου. Της είχα φορέσει πουκάμισα και κοστούμια και είχα ράψει όπως-όπως ένα ζευγάρι μάτια στο κεφάλι της. Είχα κρεμάσει τρίχες στην κορυφή του και από ένα αυτί στα πλάγια. Όμορφη ήταν. Πολύ. Και της άρεσε να μιλούμε συχνά και να πηγαίνουμε βόλτα στην παραλία.

Ήπια μια μεγάλη γουλιά από το κόκκινο κρασί στο ποτηράκι μου χαμογελώντας απαλά, κρατώντας το γυαλί του ανάμεσα από τα δόντια μου.

<< Α! Τον Κωστή λες… >>, ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους και γύρισα το βλέμμα στη θάλασσα και στους ανθρώπους της που καιγόντουσαν στον ήλιο, με το χαμόγελο να παραμένει στα χείλη μου, << Νομίζω πως δεν ενδιαφέρεται πλέον… Αδιαφορεί! >>, είπα.

Αδιαφορεί, γιατί κουράστηκε να περιπλανιέται σαν μια σκιά. Δεν είναι τόσο πιστός, ώστε να παραμείνει για πάντα φάντασμα! Θέλει να τραβήξει τον δικό του δρόμο μια φορά πριν πάψει να υπάρχει, έστω κι έτσι… Αδιαφορεί, επειδή κι εγώ τον παράτησα κουρασμένη. Τώρα πια είμαι έτοιμη να τον βγάλω από μέσα μου. Να ξεπλύνω ένα μέρος του ψέματος… Και τώρα που πήρα την απόφαση, τίποτα δεν μου φαίνεται δύσκολο.

Έπειτα γύρισα και τη κοίταξα. Ένιωσα τους μύες του προσώπου μου να σφίγγονται.

<< Πάει αυτός… Τέλειωσε… >>.

Ο σερβιτόρος κατέφθασε κοντά μας με μεγάλες δρασκελιές. Τον πληρώσαμε επιτόπου και σηκωθήκαμε για να φύγουμε.

***

<< Για σένα >>, έκανε κι έβαλε το τριαντάφυλλο στο χέρι μου, <<Είναι όμορφο σαν εσένα >>.

Δεν ξέρω γιατί σε αγάπησα τόσο –συγγνώμη, έχω πει πως η αγάπη δεν έχει μέτρο- δεν ξέρω γιατί σε αγάπησα. Αν σε αγάπησα από τη πρώτη στιγμή ή στο διάβα σου. Δεν ξέρω αν ήταν για το καλό μου ή στο τέλος δεν έβγαλε πουθενά. Δεν γνωρίζω αν με αγάπησες με τον τρόπο που έκανα εγώ, έστω και για μία στιγμή. Δεν ξέρω αν θα το έκανα αν ήξερα από πριν. Αν θαύμασες ποτέ τον τρόπο που γυαλίζουν τα μάτια μου όταν σε βλέπω, όπως θαυμάζω εγώ τον τρόπο με τον οποίο αγκαλιάζεις τις φωτογραφίες σου.

Ήταν, θυμάμαι ένα από τα ροζ. Γεμάτο ζωή κρυμμένη ανάμεσα από τα πέταλά του. Τόσο τρυφερό κι αθώο. Τόσο άκακο…

Ξέρω όμως πως σε αγάπησα και ακόμη σε αγαπάω. Πως κανείς δεν θα περάσει ξανά πάνω από το σημείο που περπάτησες εσύ μέσα μου. Στη γωνιά σου πάντα θα κατακάθεται μια μυρωδιά, όπως αυτή στα ξεχασμένα σου πουκάμισα που κρέμονται απ’ τη καρέκλα. Όσο μακριά κι αν πάω η φωνή σου θα είναι ένα βήμα πίσω μου, όπως η σκιά μου.

Σ’ αγαπάω, αλλά είναι ώρα να φύγω.

***

Ήμουν αφηρημένη πλέον και είχα τραβήξει τις αισθήσεις μου έξω απ’ αυτό το μικρό σύμπαν γύρω μου. Δεν άκουσα τα βήματά του πίσω μου. Ποτέ δεν τα άκουγα. Εγώ ήμουν αυτή που πάντα ακολουθούσε ζαλισμένη. Τρεκλίζοντας πατούσα πάντοτε πάνω στα δικά του. Κοίτα τι ειρωνεία τώρα. Τώρα που πονούσα.

Έκατσε ήσυχα δίπλα μου. Πολύ ήσυχα. Για μια στιγμή είπα πως κατάλαβε ότι έκλαιγα σιγανά. Αλλά όχι.

<< Για σένα >>, έκανε κι έβαλε το τριαντάφυλλο στο χέρι μου, <<Είναι όμορφο σαν εσένα >>.

Ήταν, θυμάμαι ένα από τα ροζ και τα πέταλά του τα έδενε η ζωή σαν κλωστή, περνώντας ανάμεσά τους και φέρνοντάς τα πιο κοντά το ένα στο άλλο. Τόσο τρυφερό κι αθώο έμοιαζε στα μάτια μου. Τόσο άκακο..

Φρεσκοκομμένο στα σίγουρα.

<< Δεν τη βρήκες >>, ψέλισσα χαμηλώνοντας το κεφάλι και κοιτώντας το παραπονεμένη, << Δεν σου δόθηκε η ευκαιρία να της το χαρίσεις >>

Δεν μίλησε. Κούνησα ανεπαίσθητα το κεφάλι μου και χαμογέλασα σαρκαστικά κρυμμένη στο μισοσκόταδο εκεί, καθισμένη στο πεζοδρόμιο.

Σύρθηκε η σιωπή ανάμεσά μας, μέχρι που ακούστηκε ξανά η φωνή του.

Κράτησε το χέρι μου.

<< Μην τα ξαναβάψεις έτσι τα νύχια σου. Δεν σου πάει αυτό το σχέδιο >>, προσπάθησε να ανοίξει κουβέντα, αλλά απέτυχε και ρώτησε αυτό που τον βασάνιζε τόση ώρα, << Ρόζα, τι έχεις; >>.

<< Τίποτα >>, είπα πεισμωμένα, << Είμαι καλά >>.

<< Σε παρακαλώ Ρόζα… Πες μου τι έχεις >>, άπλωσε το γερό του χέρι πάνω από τους ώμους μου και ήρθε λίγο πιο κοντά, << Σε παρακαλώ. Θέλω να μου πεις… Το ξέρω ότι κάτι έχεις. >>

Στο άκουσμα της τελευταίας του φράσης, θυμάμαι σκάλωσα στη σιγουριά της. Θυμάμαι,  ένιωσα  σαν να ραγίζει μια γυάλινη σφαίρα, μέσα στην οποία εκκολαπτόταν ένα συναίσθημα λύτρωσης.  Γύρισα προς το μέρος του, ενώ αυτό ανέβαινε προς τα πάνω στον λαιμό μου.

Έτσι όπως με κοιτούσε μου θύμισε μικρό αγόρι που έβλεπε με αγνή τρυφερότητα την μητέρα του.

<< Εμένα ντρέπεσαι; >>,χαμογέλασε, << Δεν θα μου πεις; >>

Κατάλαβα ότι δεν φαινόντουσαν τα δάκρυα στις κόγχες των ματιών μου, αλλά εκείνο το συναίσθημα είχε ήδη ξυπνήσει. Λαχταρούσε να φτερουγίσει προς τα έξω, να πάρει μορφή.

<< Δεν είναι η κατάλληλη ώρα Σταύρο… >>, δίστασα.

Το μυστικό κατάφερνα να το κρύβω για χρόνια και να το έχω αυστηρά φυλαγμένο στην καταπακτή της ψυχής μου. Αλλά ήταν τόσο ψυχοφθόρο, όπως συνειδητοποιώ τώρα, που ήταν λες και είχα κλειδώσει ένα άγριο θηρίο μέσα σ’ ένα μικρό κλουβί. Ούρλιαζε με τις ζωώδεις κραυγές του για απελευθέρωση. Δεν συμβιβαζόταν με το ψέμα, το κρυφτό. Απαιτούσε με πάθος την αλήθεια του. Κι εγώ το πίεζα κι έθαβα το κλουβί του όλο και πιο βαθιά κι ας με γρατζουνούσε εκείνο και μου έκανε πληγές. Όλο και πιο βαθιά βουτούσαμε. Για το καλό του.

Γιατί να το βγάλω έξω, αφού ξέρω ότι θα πεθάνει; Γιατί να μην το κρατήσω στη φυλακή του, αφού μόνο με αυτόν τον τρόπο δεν θα διαλυθεί; Δεν ήθελα να πάψει να υπάρχει, ενώ μπορούσα να περιμένω ακόμα την κατάλληλη στιγμή. Ενώ μπορούσα ακόμη να ελπίζω. Ότι όλα θα αλλάξουν και θα έρθει η μέρα που θα το βγάλω στον κόσμο και θα το μεγαλώσω ελεύθερο. Το θηρίο μου, το ζώο μέσα μου μπορούσα να το διαιωνίσω για όλη μου τη ζωή.

<< Μία άλλη φορά καλύτερα >>, ξεψύχησα φοβισμένη όταν μύρισα το αίμα πάνω μου.

Γι’ αυτό τρόμαξα εκείνη τη στιγμή, που κατάλαβα ότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη πια και το θηρίο περίμενε κοιτώντας με, με τα γυαλιστερά του μάτια. Ήρεμο, μου έλεγε πως ήξερα κι εγώ τώρα. Όλα ήταν μπροστά μου. Αυτό που τελικά θα διάλεγα κι εγώ στο τέλος, τον δρόμο του, το σωστό. Απλώς τώρα μου έδινε τη δυνατότητα να ανοίξω εγώ την –ήδη ξεκλείδωτη- πόρτα.

Άρχισα να ανασάνω βαριά. Σαν να μου πλάκωνε το στήθος με τις πατούσες του. Επιτακτικό κι απαιτητικό.

Πες το  . Καθυστέρησες . Όλα εδώ .

Είχε νικήσει τον πόλεμο πια. Τώρα κρατούσα μόνο τις τελευταίες αντιστάσεις, οι τελευταίες άμυνες πριν τον βέβαιο θάνατο.

Πόνος-Ρόζα: 1-0

<< Αφού σε νιώθω σαν αδερφή μου… Και κάτι παραπάνω από αδερφή μου…>>

Γιατί δεν έκλαιγα τώρα, επιτόπου; Πού την έβρισκα τέτοια περηφάνια, τέτοια απάθεια;

<< Κι εγώ σε νιώθω πολύ κοντά μου >>.

Με αγκάλιασε χωρίς να ξέρει, χωρίς καν να φαντάζεται το ύψος, το βάθος, το μέγεθος που είχαν όλα αυτά για εμένα. Πάντα ανίδεος, αφελής. Περιφερόμενος τυφλός, γύρω από φωτιές και τυφώνες. Ανίδεος, αθώος, αφελής και τελικά αμέτοχος στα ίδια του τα συναισθηματικά δημιουργήματα.

<< Λοιπόν; >>, με άφησε, έκανε πίσω και με κοίταξε καλά-καλά, << Θα μου πεις; >>

Το αίμα. Τώρα το αισθανόμουν να κυλάει. Ένας πόνος στο χέρι μου. Χιλιάδες κάπου αλλού, έρημα, μέσα μου.

Πήρα βαθιά ανάσα και έπεσα στα σκοτεινά νερά πριν κάνω πίσω.

<< Θα σου πω >>.

***

Φαινόταν από το παραθυράκι της κουζίνας καθισμένη σε μια από τις σιδερένιες καρέκλες της αυλής κρατώντας ένα περιοδικό στα πόδια της. Το ξεφύλλιζε  σκυμμένη πάνω του. Ήταν μόνη της για λίγο. Οι άλλοι έλειπαν κι εγώ έπλενα τα πιάτα. Σκούπισα τα τελευταία και τα ακούμπησα στον πάγκο. Στέγνωσα τα χέρια μου και βγήκα έξω. Την πλησίασα αργά. Έστρωσα το μπλουζάκι μου και κάθισα δίπλα της.

<< Τι διαβάζεις; >>

Γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε με εκείνη την παιδική καλοσύνη με την οποία αντιμετώπιζε τα περισσότερα πράγματα στη ζωή της. Μα πόσο αθώα! Πόσο δυνατή συγχρόνως!

<< Χαζεύω >>, ένευσε προς τις φανταχτερές σελίδες του περιοδικού.

Κούνησα το κεφάλι και περίμενα λίγο, μήπως πει κάτι. Δεν είπε τίποτα. Παρά μόνο έσκυψε ξανά το κεφάλι.

<< Παυλίνα >>, ψέλισσα, << Θέλω να σου πω >>.

Παράτησε αμέσως αυτό που διάβαζε. Το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά μας και στράφηκε χαμογελαστή προς το μέρος μου. Με κοίταξε στα μάτια καθαρή, αληθινή. Δεν είχε ποτέ να κρύψει κάτι άλλωστε.

Πόσο μικρή είχα γίνει ξαφνικά. Πόσο χαμηλά είχα πέσει. Συνειδητοποίησα πως ήμουν μέτρια. Ήμουν κι εγώ ασήμαντη στην ουσία. Ελαττωματική, όπως όλοι. Πεζή, θνητή, τρωτή και συνηθισμένη αλλά ακόμη χειρότερα δειλή, ψεύτρα, εγωίστρια, άρρωστη! Η πεποίθηση που είχα γι’ αυτό που Είμαι ήταν μια πλάνη, μια ριζωμένη καθημερινή ψευδαίσθηση. Κι έτσι, με τον ίδιο τρόπο που έλεγα ψέματα στους άλλους, έλεγα και σε μένα. Τα καλύτερα από αυτά τα ψιθύριζα στη Ρόζα, κάθε μέρα που ξυπνούσε και κάθε νύχτα που έπεφτε πάλι για ύπνο.

Η δική μου σταθερότητα και δύναμη ήταν περιτυλίγματα και σάπια καβούκια. Δεν υπήρχαν πραγματικά. Έκρυβαν τον φόβο μου για την αλήθεια. Τώρα μπορούσα να δω πόσες στρώσεις είχα χρησιμοποιήσει, όμως. Τώρα μπορούσα να κοιτάξω πίσω μου να δω πόσο είχα απομακρυνθεί. Ήμουν τόσο μακριά που αδυνατούσα να διακρίνω με την πρώτη την αλήθεια.

Ευτυχώς είχα πάρει ήδη την απόφασή μου. Ο κύκλος των ψεμάτων είχε ήδη κλείσει. Το προηγούμενο βράδυ, έξω από το μπαράκι. Όσο κι αν είχε πονέσει –κι ακόμα πονούσε- είχε φτάσει στο λυτρωτικό τέρμα του. Απλά τώρα έπρεπε να το πω και στην Παυλίνα, που είχε δικαίωμα να ξέρει κάποια πράγματα πριν της μιλήσει κάποιος άλλος…

Τράβηξα ένα τσιγάρο από το υγρό πακέτο που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι. Πρέπει να ήταν ξεχασμένο εκεί από το προηγούμενο βράδυ, γιατί ήταν κρύο.

<< Είμαι ερωτευμένη με τον Σταύρο >>, είπα σιγανά και άναψα το τσιγάρο αποφεύγοντας για μια στιγμή να την κοιτάξω, << Εδώ και πάρα πολύ καιρό. Πριν ακόμη μου μιλήσεις γι’ αυτά που νιώθεις για εκείνον >>, φύσηξα τον καπνό από το στόμα μου και συνέχισα με χαμηλωμένα μάτια απλώνοντας το χέρι, για να ακουμπήσω το πακέτο στην αρχική του θέση, << Δεν υπάρχει κανένας Κωστής. Ήταν μια πρόφαση, ένα άλλοθι. Σκέφτηκα πως έπρεπε να στο πω. Να ξέρεις προτού το μάθεις από κάποιον άλλο. Είναι προτιμότερο να το ακούσεις από εμένα, ώστε να σου εξηγήσω… >>.

Την είδα που ανασηκώθηκε. Έκανε να μιλήσει. Την σταμάτησα ευγενικά με μια κίνηση του χεριού και συνέχισα:

<< Θέλω να ξέρεις πως ό, τι συζητούσαμε τόσο καιρό πάνω σε αυτό το θέμα δεν με έκανε να σε δω ποτέ διαφορετικά. Για μένα ήσουν και είσαι φίλη μου ανεξάρτητα από όσα μου εξομολογήθηκες για τον Σταύρο και το κυριότερο που θέλω να ξέρεις είναι πως δεν σου είπα ποτέ ψέματα, ούτε σε συμβούλευσα με δόλο. Οι προτροπές μου και τα λόγια μου έβγαιναν μέσα από την καρδιά μου! Όλα όσα σου είπα τα πίστευα αληθινά! >>

Δεν είπε τίποτα κι ανήσυχη σήκωσα το βλέμμα από τα παπούτσια μου.

Ταράχτηκα όταν την είδα να μένει ήρεμη σαν να μην είχε ακούσει τα λόγια μου, σαν να μην είχε συνδέσει κατάλληλα τις λέξεις και δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημά τους. Στο πρόσωπό της δεν μπορούσα να διακρίνω κανένα καινούργιο συναίσθημα. Καμία σύσπαση έκπληξης δεν τάραξε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.

Κράτησα με αγωνία την ανάσα μου κι έκανα να ανοίξω το στόμα μου να της εξηγήσω…

<< Το ξέρω >>, είπε με πραότητα και χαμογέλασε χτυπώντας καθησυχαστικά το πόδι μου.

Ένιωσα ένα αόρατο στιλέτο να διαπερνάει το στομάχι μου.

<< Τι απ’ όλα ξέρεις; >>, είπα ξεψυχισμένα.

<< Ξέρω ότι είσαι ερωτευμένη με τον Σταύρο. Σας είχα ακούσει κατά λάθος ένα βράδυ που συζητούσατε με τον Κίμωνα… >>, είπε και πρόσθεσε ψύχραιμη, << Γι’ αυτό και σε πιστεύω. Ξέρω πως μου λες αλήθεια. Ότι όσα μου είπες τα είπες με την καρδιά σου. Μπορούσα να το δω. Το καταλάβαινα… >>, με καθησύχασε, << Σε πιστεύω! >>.

Μετά από αυτή την κουβέντα ανάμεσά μας, ένιωθα πως άφηνα ακόμα πιο μακριά πίσω μου ένα μεγάλο κομμάτι, που με βασάνιζε για καιρό.

Είχα παραδεχτεί ένα πολύ δυνατό μου συναίσθημα –τόσο βαθύ που ίσως και άρρωστο μπορούσε να φανεί- και είχα παραδεχτεί τα ψέματα που με έπνιγαν σαν μέγγενη.

Ένιωθα πως είχα λύσει τα δεσμά μου. Πως το είχα σκάσει από τη φυλακή μου. Τέρμα.

Αγκαλιαστήκαμε.

<< Τι θα κάνεις τώρα; >>, με ρώτησε αργότερα.

<< Θα φύγω >>, είπα αποφασιστικά, << Σήμερα το βράδυ>>.

Με κοίταξε ερωτηματικά και κούνησα το κεφάλι.

<< Μίλησα με τον Σταύρο εχθές >>

Κατάλαβε. Δεν είπε τίποτε άλλο.

<< Λοιπόν, λέω να πάω να φτιάξω την βαλίτσα μου! Θες να ανέβεις πάνω να με βοηθήσεις; >>, προσπάθησα να χαμογελάσω.

Δεν ξέρω αν τα κατάφερα, αλλά η Παυλίνα το πέτυχε.

<< Πάμε! >>, αποκρίθηκε.

***

Δίπλωσα τον φάκελο και τον ακούμπησα κάτω από το μαξιλάρι του. Είχε φροντίσει να λείπει εκείνη την ώρα από το σπίτι.

Βγήκα από το δωμάτιο χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Κατέβηκα τις σκάλες αργά αλλά με ψηλά το κεφάλι, γιατί δεν ήθελα ποτέ κανείς να με λυπάται. Προσποιούμουν ότι δεν ένιωθα τίποτε. Σχεδόν ψυχρή. Περήφανη πάλι. Ακόμα και τώρα.

Αποχαιρέτησα όλους τους φίλους. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω.

Πριν περάσω την αυλόπορτα, άκουσα ποδοβολητά πίσω μου και δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως σταμάτησε η καρδιά μου στη σκέψη του ποιος θα μπορούσε να είναι μερικά βήματα πίσω. Και τώρα ακόμα, που ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι έτσι, πίστευα. Για πολύ λίγο, αλλά ναι, πίστευα. Και η καρδιά μου μεταφέρθηκε από μια -μικρής διάρκειας- κατάσταση αδράνειας σε ένα τρελό καρδιοχτύπι και μετά απότομα, σαν να κατρακυλούσε βίαια σε γκρεμό, επέστρεψε στους φυσιολογικούς της ρυθμούς, καθώς αντίκρισα με λύπη τα αγωνιώδη μάτια του Κίμωνα.

Κοντοστάθηκα για λίγο και ήρθε κοντά μου. Με αγκάλιασε με έναν παράξενο τρόπο. Με κράτησε, όπως θα με κρατούσε ο πατέρας μου. Σαν το μικρό του κοριτσάκι που είχε γρατζουνίσει τα γόνατά του κι αισθανόταν πόνο και ταπείνωση.

Και όπως θα το φιλούσε ο πατέρας του αυτό το κοριτσάκι, έτσι και αυτός άφησε προστατευτικά ένα τρυφερό φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου.

<< Θα σε περιμένουμε >>, ψιθύρισε.

Κούνησα το κεφάλι και τον αποχαιρέτησα. Όταν σιγουρεύτηκα πως η φιγούρα του είχε βυθιστεί πάλι στο σπίτι, ξεκλείδωσα το αυτοκίνητο και εισχώρησα μέσα στην ασφάλειά του.

Ειρήνη.

Έβγαλα τα βραχιόλια που φορούσα στο χέρι μου, ώστε οδηγήσω χωρίς καμία ενόχληση. Για να τα βολέψω κάπου, άνοιξα το ντουλαπάκι μπροστά από την άδεια θέση του συνοδηγού.

Το βλέμμα μου έπεσε στο μισοξεραμένο  τριαντάφυλλο, που κειτόταν σιωπηλά στο εσωτερικό του. Δεν το είχα πετάξει. Ποτέ δεν το πέταξα…

Και η ειρωνεία είναι πως δεν θυμάμαι ποιος μου είχε πει πως αυτό σημαίνει Ρόζα στα λατινικά: τριαντάφυλλο!

Άφησα τα κοσμήματα δίπλα του κι έκλεισα το ντουλαπάκι. Έβαλα το κλειδί στη μηχανή του αυτοκινήτου και μετά από λίγο τραβούσα τον δικό μου δρόμο.

Έφυγα.

ΤΕΛΟΣ

Advertisements

11 thoughts on “Ρ ό ζ α

  1. Ναι ήταν λίγο μεγάλο αλλά σε αποζημίωνε. Έχεις ταλέντο και το ξέρεις… όταν έφτασα στο τέλος εκεί με το ξεραμένο τριαντάφυλλο σκέφτηκα πόσο περίεργη είναι η ζωή και πόσο μικρά πράγματα διαλέγει για να σου προσφέρουν αναμνήσεις..
    Χάθηκες όντως, ελπίζω όμως να περνάς καλά! 🙂
    Να έχεις μια όμορφη Κυριακή γλυκιά μου μαγική φωνή! 🙂

    1. Μαρινάκι η ζωή είναι γεμάτη από θαύματα! Και το θέμα είναι όχι μόνο για το πόσες αναμνήσεις μπορεί να ξυπνήσει ένα τριαντάφυλλο, αλλά και για το πόσες ελπίδες… ίσως(?).. 😉
      Να’ σαι κι εσύ καλά και να ζεις τις στιγμές όσο πιο έντονα αντέχει η καρδιά σου!! 🙂 Εδώ είμαστε, δεν χανόμαστε τόσο εύκολα!

      Όμορφο ξεκίνημα να έχει η εβδομάδα μας!

  2. Η μαγική φωνούλα σου, έχει ένα μοναδικό τρόπο να αγγίζει και να σφίγγει την καρδιά… πολλές φορές έχω αναρωτηθεί γιατί λέμε ψέματα στον εαυτό μας, (το κάνουμε όλοι κάποια στιγμή!) γιατί είμαστε τόσο άτολμοι, τι είναι αυτό που φοβόμαστε, γιατί βασανίζουμε έτσι τους εαυτούς μας… και ξέρεις αυτό δεν έχει ηλικία…
    Τι περιμένουμε να μάθουμε, θα μάθουμε άραγε και πότε;

    ΑΦιλάκια και ας έχουμε ένα τρυφερό και ειλικρινές βραδάκι! 🙂

    1. Καλή μου μαγισσούλα μάλλον ούτε εγώ ξέρω την απάντηση σε αυτό, αλλά ας ελπίσουμε πως ακόμη και η δειλία και το ψέμα οδηγούν σε κάποια θετικά πράγματα (πολλές φορές ίσως μας αποτρέπουν από περίεργες καταστάσεις..), ή είναι η απόδειξη ότι δεν το θέλαμε κάτι πραγματικά, όπως νομίζαμε…
      Στην συγκεκριμένη περίπτωση η Ρόζα είχε σίγουρα τους δικούς της λόγους.. Ίσως φοβόταν να ρισκάρει, να χάσει ολότελα το πρόσωπο του Σταύρου από τη ζωή της, ίσως αρνούνταν να αποδεχτεί την απόρριψη, ή
      ίσως και να απέφευγε να διαλύσει κάποια έμμονη ιδέα (?), ή πίστευε πραγματικά ότι υπήρχε κατάλληλη στιγμή και απλά έπρεπε να περιμένει.. Δεν ξέρουμε!

      Καλό βραδάκι γλυκιά μου Άιναφετς και ΑΦΦΦΦΦιλάκια πολλά -πολλά 🙂 🙂

  3. έλα τώρα που δε ξέρεις τι κατάφερες, σούπερ είναι το διήγημα!
    αρκούν ελάχιστα για να αναδυθείς από την άβυσσο: ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ο ήλιος.
    καλό της ταξίδι 🙂

    How many darkest moments and traps
    Still lay ahead of us?
    Undestructable
    How many final frontiers we gonna mount
    With maybe no victory laps?

    φιλιά και καλή εβδομάδα 🙂

    1. Μακάρι να σου άρεσε τόσο Νεστορίνο 🙂 Και ναι αρκούν όλα αυτά.. και μόνο που υπάρχουμε και συνεχίζουμε να ζούμε παρόλες τις λύπες.., είναι αρκετό!!
      Άλλωστε δεν λένε ΄΄ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό»?
      Αλλά είναι αυτός ο χρόνος που χρειάζεσαιμωρέ μέχρι να γίνεις έτσι
      »δυνατός»

      Φιλιά και σε σένα και να’ σαι καλά 🙂

      Υ/Γ: ευχαριστώ για το τραγουδάκι και πολύυυ ωραίο!!

  4. πολύ πολύ καλοί οι your hand is mine… δε μπορούσες να διαλέξεις καλύτερο soundtrack για το διήγημα (και στιγμή ακόμη)!
    φιλιά φωνούλα 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s