Τα Δ ώ ρ α

 tumblr_mfgd79nVvc1r3zxfyo1_500

<< 200!! >>, είπε με γουρλωμένα μάτια, << Το διανοείσαι; >>

Θρήνος για διακόσια καταραμμένα χρυσά στρογγυλά κέρματα.

<< Πλην 200 μας κάνουν 300! Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μόνος με τόσα λίγα; >>, αν δεν ήταν πρέπον, θα τραβούσε τα μαλλιά της και θα ξερίζωνε μια τούφα, << Ένας συνταξιούχος; >>, άρχισε να φτήνει χωρίς να το καταλαβαίνει, ήδη το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί από αγανακτησμένες γκριμάτσες, << Με ποιο δικαίωμα κλέβουν έτσι τη ζωή ενός ατόμου μέσα από τα ίδια του τα χέρια; >>.

Ξεκίνησε να κουνά τα χέρια σαν αυστηρή δασκάλα που όλο μιλάει και μιλάει που κι εκεί κάπου στην εφηβεία μπορείς να είσαι σίγουρος πια κι εσύ, πως μόνο αυτό θα κάνει.

<< Κι εσύ μιλάς για χριστουγεννιάτικα δώρα! >>, έφτυσε την πρόταση λες και της είχε κάτσει στο λαιμό, <<Θέε μου! Αν είναι δυνατόν! Πες μου, πού νομίζεις ότι ζεις! >>

<< Ξέχνα τα τα δώρα σου! >>, ούρλιαξε σκύβοντας μπροστά από το πρόσωπό της, <<Δεν έχει τέτοια φέτος!>>.

Ο πατέρας άφησε κάτω το πιρούνι του και πριν καν καταπιεί το μισομασημένο κρέας (άλλες οικογένειες δεν τρώνε καν κρέας πια στα σπίτια τους, όπως συνήθιζε να μοιολατρεί..) ανάμεσα στα δόντια του, με φουσκωτά μάγουλα συμφώνησε με τη μητέρα. Κούνησε το κεφάλι του. Θυμωμένα.

<< Ή μήπως έχεις δικό σου μισθό και θα πας με δικά σου χρήματα να πάρεις μπιχλιμπιδάκια σε όλους τους αχάριστους φίλους σου; >>, έπιασε πάλι το πιρούνι του και σαν τρίαινα το κούνησε μπροστά στη μύτη της, καθώς έσκυψε με τη χοντρή κοιλιά του πάνω από το τραπέζι.

Τραβήχτηκε πίσω και εκνευρίστηκε με τον εαυτό της για αυτή τη μικρή αθέλητη έκφραση υποταγής (;). Μπλα-μπλα-μπλα ο πατέρας συνέχισε, χωρίς να σκουπίζει τα σάλια που είχαν καθήσει στα παχύ κάτω χείλος του. Έξυσε τη γυαλιστερή του φαλάκρα και της έφερε στο νου καρτούν. Πήγε να ξεσπάσει σε γέλια μα κατάφερε να το πνίξει το καημένο της το γελάκι κι έσκυψε το κεφάλι προσπαθώντας να ασχοληθεί με τα σχέδια στο τραπεζομάντηλο, ώστε να μην κοιτά τη γελοιότητα που ξυπνούσε πάλι στο πρόσωπό του.

<< Ή μήπως θα σου πάρει δώρο κανένα από τα άχρηστα φτωχά γομάρια σου; >>, άνοιξε το αιδηαστικό του στόμα με το μισομασημένο φαγητό και αφέθηκε σε ένα ενοχλητικά τρανταχτό γέλιο που ταρακούνησε το τραπέζι.

Τα πιάτα έκαναν θόρυβο, το έπιπλο άρχισε να γέρνει και τα μαχαίρια, τα  πιρούνια, τα κουτάλια επιδόθηκαν σε έναν τρελό χορό σε μια σύντομη κάθοδο με προορισμό το πάτωμα, ενώ συγχρόνως τα ποτήρια άρχισαν να παίζουν συγκρουόμενα στην επιφάνειά του.  Γκλιν-γκλιν-γκλιν!

<< Παναγίτσα μου! Τι συμβαίνει; >>, αναφώνησε η μητέρα.

Τα τζάμια στα παράθυρα έσπασαν με βία και μέσα στο σπίτι ξεχύθηκαν ορμητικά χρώματα που έπεσαν πάνω στους τοίχους και στα πλακάκια και στα πρόσωπά της μητέρας και του πατέρα.

Σαν ηφαίστειο που έβραζε το τραπέζι ράγισε και σχίστηκε στο κέντρο του κάνοντας μια μικρή τρύπα μέσα από την οποία εκτοξεύτηκε χρυσόσκονη προς το ταβάνι κι έπειτα, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία κατακάθισε στις κορυφές των κεφαλιών τους και κόλλησαν στις πολύχρωμες τρίχες τους.

Η σοβαρή κυρία σκούπισε με αγανάκτηση και αηδία το στόμα της με την ανάστροφη του χεριού και ο πατέρας ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Έβγαλε έκπληκτος τα γυαλιά του κι έκανε να τα σκουπίσει με την άκρη του πουκαμίσου του μα σκύβοντας από πάνω του είδε πως είχε μετατραπεί σε ένα απαίσιο φούξια πράγμα που έσταζε παχύρευστη μπογιά. Τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν για λίγο κι έκανε να πει κάτι -ίσως και να τσίριζε- μα πριν προλάβει έσκασαν οι τοίχοι της τραπεζαρίας και με ένα »ΜΠΟΥΜΜΜ» μαζί με τους μικρούς στροβίλους από σκόνη εισέβαλαν μέσα στο δωμάτιο χαρτιά.

Πάρα πολλά χαρτιά. Χάρτινα παραλληλόγραμμα που άρχισαν να αιωρούνται στον αέρα και να χορεύουν και να στροβιλίζονται κατεβαίνοντας χαμηλά. Και να κάνουν σβούρες σαν χαρούμενοι χορευτές και να κάνουν βουτιές στα πιάτα του τραπεζιού σαν καλογυμνασμένοι καταδύτες, μέχρι που κατακάθισαν όλα πάνω στα έπιπλα, στα πλακάκια, στα ρούχα και τα πρόσωπά τους. Στο τέλος έπνιξαν ολόκληρο τον μισογκρεμισμένο χώρο, ώστε δεν διακρινόταν τίποτα άλλο πέρα από αυτά.

Οι  δυο γονείς μισόκλεισαν τα μάτια προσπαθώντας να τα εξετάσουν.

Τι ήταν;

Ένα φωτεινό χαμόγελο που δεν πρόλαβε να σχηματιστεί τελείως διακόπηκε από ένα βροντερό γέλιο που έμοιαζε να προέρχεται κατευθείαν από τα στομάχια τους. Έκαναν να αρπάξουν όσα περισσότερα μπορούσαν, αλλά δεν πρόλαβαν οι καημένοι, αφού από τα σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και μαζί με ένα παγερό κύμα ανέμου μπήκαν φτερουγίζοντας με φόρα κάτι μεγάλα πουλιά που κατευθύνθηκαν αμέσως προς το μέρος τους.

Οι δυο γονείς δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Έσφιξαν στα χρωματισμένα χέρια τους όσα πιο πολλά χαρτονομίσματα ήταν δυνατό και τα βόλεψαν όπως-όπως στις πολύχρωμες τσέπες τους. Μα τα πουλιά τους γράπωσαν από του ώμους και κλέβοντάς τους πέταξαν έξω από το δωμάτιο.

Εκείνη σηκώθηκε αμέσως από την καρέκλα της και τα ακολούθησε χώνοντας τα παπούτσια της μέσα στις μπογιές που είχαν βάψει το δάπεδο και πατώντας στα γυαλιά που είχαν εκτοξευtεί από το παράθυρο έτσι ξαφνικά. Κοίταξε έξω γεμάτη μια ηδονική έκπληξη τους φτερωτούς από μηχανής θεούς που ανέβαιναν με τους γραφικούς γονείς της προς τον ουρανό, ώσπου μπορούσε να ξεχωρίσει μόνο τις σόλες τους κι έπειτα τίποτα.

Χαμογέλασε στον ουρανό. Γέλασε λίγο μόνη της και χτυπώντας παλαμάκια μια νέα ιδέα έσκασε αυθόρμητη στη σκέψη της κι έτρεξε ανάμεσα από τα χαρμόσυνα χαλάσματα στο χολ και συνεχίζοντας ανάμεσα από το σύντομο στενό στο υπνοδωμάτιό της, όπου χύθηκε στο χαλί. Αμέσως άνοιξε διάπλατα την ντουλάπα της και από εκεί το συρτάρι. Τράβηξε από μέσα ένα βαζάκι με χρώμα κι ένα χοντρό πινέλο. Τα έβαλε στο σακίδιό της.

Έτρεξε πίσω, άνοιξε την πόρτα που στεκόταν μόνη της πια ανάμεσα από βουνά χαρτονομίσματα λες και δεν μπορούσε απλά να περάσει πάνω από τα απομεινάρια των τοίχων. Με γρήγορα βήματα βγήκε στον δρόμο, πήρε το ποδήλατο και πέταξε στις πιο αγαπημένες της γειτονιές, που ήταν στολισμένες με τα πολύχρωμα λαμπιόνια των γιορτών.

Κάθε τόσο σταματούσε το φωτεινό δίκυκλό της μπροστά από τα σπιτάκια με τους κρεμαστούς άγιους βασίλιδες και αφού κοιτούσε παντού τριγύρω έβγαζε από τον σάκο το χρώμα και το πινέλο κι έγραφε με τη φούξια απόχρωσή του μεγάλα γράμματα πάνω στην άσφαλτο να τα βλέπουν όλοι καθώς θα περνούνε:

» Τα δώρα δεν έχουν ανάγκη τα χρήματά σας! »

<< Η φτώχεια είναι μόνο στις καρδιές σας! >>, συμπλήρωσε φωναχτά και μόνη της στη μέση του νυχτερινού δρόμου, καθώς μια πνοή χειμερινού φρέσκου ανέμου ανασήκωσε τα μαλλιά της.

Άρχισε να βρέχει χρώμα.

Χαμογέλασε και σήκωσε το πρόσωπό της στα σύννεφα, για να νιώσει με όλες της τις αισθήσεις και όσο πιο έντονα γινόταν τις φρέσκες πιτσιλιές που ακουμπούσαν στα μάγουλά της..

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!!

🙂

Advertisements

6 thoughts on “Τα Δ ώ ρ α

  1. Τα πιο όμορφα στη ζωή μας δεν έχουν να κάνουν με χρήματα…Πολύ όμορφη ιστορία. Κατατρόπωσε τον Σκρουτζ. Νομίζω αυτή πρέπει να γυριστεί σε ταινιούλα….;)
    Καλές γιορτές όπως επιθυμεί η ψυχή σου…

    1. Βολτίτσα έτσι ακριβώς!
      Και όσοι έχουμε ακόμα ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι μας ας προσπαθήσουμε,να το κατανοήσουμε αυτό.. 😉
      Ταινιούλα..; Χμμμ.. ενδιαφέρον!

      Καλές γιορτές εύχομαι και σε σένα με υγεία και αγάπη

  2. Ζωγράφισε και πάλι μαγικά η φωνούλα με το χρωματιστό μολύβι της…
    Ότι και να πω δεν πλησιάζει ούτε καν την αίσθηση που μένει στη καρδιά όταν διαβάσει κανείς αυτό το κείμενο…. την περιγραφή της αχαριστίας…
    Στους αχάριστους όσα χάρτινα λεφτά κι αν δώσεις αχάριστοι θα παραμένουν… λίγοι είναι αυτοί που έχουν πάρει μυρωδιά και λένε ευχαριστώ για το δώρο της ζωής…
    Η Αγάπη, η υγεία, η χαρά, ο πλούτος ΕΙΝΑΙ στις καρδιές μας… ας το δούμε και ας σταματήσει η γκρίνια!

    Καλές γιορτές τρυφερή και γλυκιά μου φίλη και εύχομαι να έχεις ένα πανέμορφο 2013, έτσι όπως το επιθυμείς! 🙂

    1. Καλή μου μαγισσούλα να’ σαι καλά για τα γλυκά σου λόγια και για αυτήν την αίσθηση οικειότητας που μου προξενείς πάντα!
      Αυτά ακριβώς ήθελα να πω κι εγώ μέσα από το κείμενο και χαίρομαι πολύ που τα αφουγκράστηκες 🙂
      Ο πλούτος όλος βρίσκεται στις καρδιές μας!

      Καλές γιορτές και σε σένα και την οικογένειά σου! Ευτυχισμένο το 2013! 🙂
      ΑΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦιλάκια γιορτινά!

  3. Καλησπέρα και καλή χρονιά και από εδώ φωνούλα μου.
    Νομίζω ότι έτσι είναι , τα πιο σημαντικά δώρα είναι αυτά που κρύβουμε μέσα μας και που δίνουμε απλόχερα στους άλλους. Δεν έχουν να κάνουν με την αξία , με τα χρήματα δηλαδή , αλλά με τα συναισθήματα , την προσφορά , την αγάπη , μια αγκαλιά, ένα γλυκό λόγο.
    Υπέροχο για μία ακόμη φορά το κείμενο σου .
    Να έχεις ένα όμορφο απόγευμα γεμάτο χαμόγελα.Σε φιλώ.

    1. Μελιτάκι Χρόνια Πολλά!! 🙂
      Χαίρομαι που βλέπω το αγγελάκι σου με τα μπλε φτερά!
      Έτσι είναι, ναι… Αλλά γιατί δεν το καταλαβαίνουμε; Μέχρι κι εμείς που τα συζητάμε πολλές φορές το ξεχνάμε μωρέ.. Η Αγάπη! Η αγάπη είναι το μεγαλύτερο δώρο, περλαμβάνει όλα τα άλλα.
      Καλό απόγευμα σου εύχομαι 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s