Η επίσκεψη του τρωκτικού

1-cat

Τα φύλλα και τα δάκρυα πέφτουν το φθινόπωρο. Όλα ψήγματα από το ψηφιδωτό της εποχής. Συνθέτουν τους καθρέφτες που βρίσκονται στους δρόμους, στους φανοστάτες, στις βιτρίνες, στις πινακίδες, στις διαλέξεις, στα μάτια όλων. Και οι καθρέφτες καλύπτοντας όλες τις διαστάσεις, πάντα να δείχνουν αυτό που δεν αντέχουμε να δούμε. Κάτι που μας κυνηγάει όπου κι αν πάμε ή βρεθούμε, γιατί είναι ένα μικρό τίποτα που κάθεται σφιγμένο μέσα μας. Σαν λαθραίος ποντικός που μπήκε στο πέτρινο σπίτι  της ψυχής μας και χώθηκε στην πιο κρυφή γωνιά. Αυτό είναι το τίποτα. Τόσο συμπαγές, τόσο υλικό, τόσο βαρύ, τόσο θλιμμένο. Και γιατί το λένε τίποτα; Ίσως επειδή δεν έχει σχήμα ούτε φωνή ούτε καταλαμβάνει χώρο. Βολεύεται στο πάντα. Δεν το βλέπεις, δεν το αισθάνεσαι. Μονάχα το σκέφτεσαι. Το μπάζεις αυθόρμητα- κατά λάθος- μία απερισκεψία της κούρασης- στο μυαλό σου κι αυτό ξεκινάει ευθέως κι ευθαρσώς να κατατρώει τους τείχους του, γκρεμίζοντας τα όρια. Και τότε το δωμάτιο πλημμυρίζει εξαϋλωμένη θλίψη και άκαιρο παράπονο σαν παρενέργειες ψυχοτρόπων χαπιών. Κουταλάκια του γλυκού, ασπιρίνες, πετσέτες, πιάτα, φυτά, παράθυρα όλα γυρίζουν ομόκεντρα στο κεφάλι της νοσταλγίας. Κοιτάς με άδειο βλέμμα το πλυντήριο την στιγμή που ο λαθραίος ξενιστής έχει καταβροχθίσει και το τελευταίο καλώδιο που σε συνέδεε με την πραγματικότητα της καθαρής ψυχής.

Τα φτερά μας μικραίνουν

1-apaintingofanindian

Τσιγάρα, μπύρες, ήσυχες κι ατάραχες νύχτες. Βόλτες στην αμμουδιά κι εξομολογήσεις με κυματιστές μουσικές πινελιές να βαστάζουν τη γλώσσα και να της δίνουν θάρρος. Γιατί θέλει τσαγανό να βγαίνεις μπροστά χωρίς κεκεδισμούς και τρέμουλα, ώστε να φωνάζεις ψύχραιμα αυτό που ζητάς από τους άλλους και πρώτα από εσένα. Ο ορίζοντας και όλες οι δυνατότητες-όλα απλώνονται απάτητα μπροστά από τα μάτια μας. Τα φτερά μας μικραίνουν όσο μεγαλώνουμε. Αλλιώς ξεκινάμε και διαφορετικά καταλήγουμε τα βράδια αναρωτώμενοι για το χθες, το αύριο και το σήμερα. Ο Χρόνος, το σύμβολο που πάντα επιστρέφει κουστουμαρισμένο, βαμμένο, φορώντας προσωπεία κάθε λεπτό στα όνειρά μου, κρύβεται τώρα πάλι στριμωγμένο πίσω από τα γράμματα.

Ανεβαίνω στη σκηνή με έναν κοντυλογράφο, τη γλώσσα μου. Οι τελείες, τα αποσιωπητικά, τα θαυμαστικά είναι οι εκφράσεις στο πρόσωπό μου. Ο προβολέας της ζωής πέφτει επάνω μου. Νιώθω ότι είμαι μόνη μου, έτσι όπως στέκω στο ολοφώτιστο πέτρινο δάπεδο, νιώθοντας τη ζέστη του τεχνητού φωτός στα μπράτσα και το μέτωπό μου. Η αγωνία και η ευχαρίστησή μου τρέχουν ποτάμι. Γιατί ξέρω ότι το βλέπετε. Το πόσο άλλαξα, σοβάρεψα, έγινα ατάραχη και στέκω εδώ μέσα στο καλοκαίρι σε παγωμένο λήθαργο. Γιατί σκέφτομαι όλες τις παραγράφους, όλες τις σελίδες που θα μπορούσα κάποτε να γράψω για ιστορίες και περιπέτειες, αλλά δεν θα το κάνω και γιατί βλέπω τους δρόμους, τα δάση, τα ποτάμια, τα κάστρα και τους ναούς που ποτέ δεν θα αντιμετωπίσω. Νιώθω την παρουσία του κοινού πίσω από το παχύρευστο πλέγμα του φωτός καψαλισμένο να ανασαίνει. Αγαπώ αυτόν τον ελάχιστο χώρο που πατώ κι απλώς ήθελα να το πω. Αγαπώ αυτήν ακριβώς τη στιγμή εδώ επάνω, αν και γνωρίζω πως αμέσως θα εξαυλωθεί.

Δεν πρέπει να εστιάσω την προσοχή μου δεν πρέπει να στρέψω την όραση εκεί προς τα έξω, γιατί ξέρω τι θα αντικρίσω. Μέσα σε όλα αυτά τα πρόσωπα, στο καθένα ξεχωριστά θα διακρίνω τα δικά μου μάτια, πύρινα να καρφώνονται σαν φλεγόμενα κάρβουνα επάνω στα λάθη και στις τόσες παραλείψεις μου.

Χαρμολύπη (ένα παραμιλητό για τις »φιλίες» και την φιλία)

κιδσ»Κάτω απ’ το μαξιλάρι
είναι ένα βαθύ πηγάδι
που μέσα κατοικούν
οι ψυχές που σ’ αγαπούν.»


Περπατώ με μια έκφραση σαν θλιμμένη μουτζούρα από μολύβι. Περπατώ γρήγορα. Κινώ τα πόδια μου μηχανικά και χαζεύω τα χρυσαφιά φύλλα που έχουν σκορπίσει σε διάσπαρτες γωνιές στο ραγισμένο πεζοδρόμιο κι εκείνα τα πορτοκαλοκίτρινα που έχουν ενωθεί με την άσφαλτο κι εκείνα τα λίγα πιο γερά που δίνουν την τελευταία μάταιη μάχη με τον αέρα κρεμασμένα ακόμα στα κλαδιά. Δεν προσπερνώ τις λακούβες με τα λασπόνερα. Έτσι γίνεται η χαρτογράφηση του πάτου. Μονάχα νιώθω βαριά επειδή έχω στην κοιλιά μου την λύπη μου να μεγαλώνει περιμένοντας τους μήνες, σαν έμβρυο που κάνει υπομονή και στα μάτια μου κρύβω τους πιο αόρατους πολύτιμους λίθους, ενώ σε κάθε γωνιά παραμονεύει η ευτυχία. Χαμογελάω μόνη μου, επειδή είδα έναν δρόμο που μου άρεσε. Παίρνω απόσταση και τον κοιτάω σαν να τον βλέπω για πρώτη φορά κι ας τον έχω περπατήσει δεκάδες. Στέκομαι και τον κρυφοκοιτάζω θέλοντας να διαπεράσω το κάθετί του. Και η ενέργειά μου αυτή η ελάχιστη μου προκαλεί μία θλίψη. Μου θυμίζει την μοναξιά μου.

Έπειτα, βλέπω ένα μικρό παιδί που στρίβει απότομα από μια γωνία στα δεξιά και τώρα τρέχει γελώντας αλαφιασμένο από την αντίθετη κατεύθυνση. Το κοιτάω στα μάτια και του χαμογελάω πλατιά και συνομοτικά. Ανταποδίδει και είναι λες και τα μάτια του που έλαμψαν ρύθμισαν αυτόματα τον κοσμικό φωτισμό δυο τόνους πιο φωτεινό. Συνεχίζω παρακάτω. Θα δω άγνωστους τους οποίους θα προσπεράσω σχεδόν αδιάφορα. Θα συναντήσω και γνωστούς και θα παίξουμε το κανονισμένο θέατρο: εγώ θα φορέσω το χαμόγελο (κανένας απλός γνωστός δεν σου χρωστάει το βάρος του πόνου στα σπλάχνα σου-αλλά ούτε κι εσύ του χρωστάς το δικό του, ώστε να τον θεραπεύσεις με ένα στημένο χαμόγελο (?) ), ο άλλος θα προτάξει μια μάσκα.Η συμμετοχή στο παιχνίδι βέβαια, είναι κατά βάση εθελοντική, όπως και η επιλογή του ρόλου.Όλοι έπειτα παραπονιούνται, αλλά όλοι το παίζουν.

Έπειτα κινώ για να βρω τους »φίλους». Μας δένουν η αλήθεια είναι δέσμοι-όχι πάντα αγάπης- όχι μόνο αγάπης αλλά διαφόρων ειδών… Όπως πιστεύω συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους. Κάποιες φορές μας δένει απλώς ένα κοινό παρελθόν, μερικές φορές κάποιοι άλλοι άνθρωποι, ένα απωθημένο, μερικά ερωτηματικά, μια αίσθηση ευθύνης και υποχρέωσης ή κάτι καταδικασμένα ανολοκλήρωτο. Ποιος ξέρει αν καμιά φορά αυτό που απλά μας δένει είναι ο οίκτος που τα μάτια του αρρώστου τον μεταμορφώνουν σε αγάπη. Είναι στιγμές που μας ενώνει ο ανταγωνισμός, η περηφάνια, η ζήλια, η συμπάθεια, η συνήθεια, οι συγκρίσεις, η μοναξιά, ο φόβος. Και πού κρύβεται η αγάπη ανάμεσα σε όλα αυτά; Μπορεί να χωρέσει κι αυτή, κι αν χωράει μήπως λερώνεται ανάμεσα σε τόσες λάσπες; Και πόσο »αγάπη» μπορεί να θεωρηθεί μια αγάπη τέτοια μουτζωρωμένη;

Προσωπικά πιστεύω. Όχι. Γιατί σε αυτό που θεωρούμε μέχρι σήμερα αγάπη δεν γίνεται να υπάρχει κάτι που καταπιέζεται ή καταπιέζει (ο ανταγωνισμός, οι συγκρίσεις, η ζήλια, η συνήθεια καμιά φορά, το αίσθημα της υποχρέωσης απέναντι στον άλλον, ο οίκτος, ο φόβος κλπ.). Ας πούμε πως η αγάπη συνεπάγεται την ελευθερία. Μέσα στην αγάπη είναι κανείς ελεύθερος (ή τουλάχιστον έτσι θα ήταν το ιδανικό). Η αγάπη σημαίνει πρώτα απ’ όλα γνώση και αλήθεια. Όταν αγαπάω κάποιον, τον γνωρίζω (αυτό γίνεται συνεχώς), κοιτάω βαθιά την αλήθεια του. Μόλις την δω καλά και την αποδεχτώ έτσι όπως είναι μόνο τότε υπάρχει περίπτωση να αγαπήσω το άτομο. Αν αποδεχτώ το διαφορετικό αυτό είναι και το βρω με κάποιον τρόπο όμορφο.

κιδσ4Και μιλώ πρώτα για την αγάπη, θέλοντας φυσικά να καταλήξω στην έννοια της φιλίας, η οποία είναι μία καθαρή μορφή της πρώτης. Η φιλία λοιπόν είναι η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δύο ατόμων τα οποία γνωρίζουν και αποδέχονται το ένα το άλλο έτσι όπως είναι. Είναι δύο άνθρωποι που μοιράζονται ίδια συναισθήματα, αλληλεπιδρούν κι επικοινωνούν βαθιά. Ανάμεσά τους εκτός από την αγάπη και το ενδιαφέρον, υπάρχουν η ειλικρίνεια, η κατανόηση και η ενσυναίσθηση-όλα αμφίδρομα, αμοιβαία. Στην φιλία υπάρχει και η ισότητα. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε διαφορετικοί αλλά συγχρόνως ίσοι. Αυτό ακριβώς το εύκρατο κλίμα, δεν επιτρέπει τον χειμώνα του κάθε φθόνου κι έτσι σκοτώνει το παράσιτο της ζήλιας και της σύγκρισης. Ο άλλος-ο φίλος, αποτελεί κάτι μοναδικό και αξιοθαύμαστο στα δικά μας μάτια, που η ομορφιά που ανακαλύπτουμε πάνω του-μέσα του, μας εμπνέει και μας εξυψώνει. Μας βγάζει και αυτός με τον τρόπο του, όπως και ο έρωτας, από την φυλακή του εαυτού μας. Και γι’αυτό τον σεβόμαστε ως κάτι πολύτιμο.

Σκεφτείτε τώρα πόσο εύκολα -εμείς οι λίγο πιο νέοι τουλάχιστον-αποκαλούμε κάποιον »φίλο» μας. Ωωωω παιδιάα..! Ελάτε τώρα! Τι υποκρισία τέλος πάντων! Πώς γίνεται να καταχωρούμε στην αντζέντα μας ως »φίλους» ανθρώπους τους οποίους συνειδητά ή υποσεινήδητα ζηλεύουμε; Άτομα τα οποία περισσότερο θα θέλαμε να αλλάξουμε, που απλά μας βοηθούν να γεμίζουμε τον χρόνο και την μοναξιά μας, που τους χρησιμοποιούμε για να μας γνωρίζουν άλλους, που τους λέμε ψέματα ωραιοποιώντας καταστάσεις, που τα έχουμε συνέχεια καλά μαζί τους… Δεν εννοώ ότι τα συγκεκριμένα άτομα είναι απαραίτητα κακά ή ανάξια για την φιλία μας, αλλά σκεφτείτε πόσος χρόνος χρειάζεται για να τους γνωρίσεις πραγματικά όλους αυτούς, χρόνος που πρακτικά δεν υπάρχει.

Συμπερασματικά, μερικοί το έχουμε ξεφτυλλίσει λίγο το θέμα της φιλίας. Έχουμε γίνει πολύ επιφανειακοί, πολύ ρηχοί κι επιπόλαιοι. Λέμε »φίλε» και »κολλητοί» (μην αναφέρω το πολυφορεμένο »σ’αγαπώ» που έχει αρχίσει να μοιάζει περισσότερο με λιγουριάρικη τσιχλόφουσκα παρά με έκφραση του συναισθήματος!), χωρίς να το πολυσκεφτούμε. Ε, δεν είναι λίγο λυπηρό αν το καλο-σκεφτείς; Και την στιγμή που αναρωτιόμαστε απογοητευμένοι κιόλας, γιατί χαλάνε τόσο εύκολα όλες αυτές οι »φιλίες»; Αυτές οι σχέσεις γκρεμίζονται στην πρώτη θαλασσοταραχή ακριβώς επειδή μέσα σε αυτές δεν υπάρχει ούτε η αγάπη, ούτε η φιλία. Εξηγώντας παραπάνω τι πιστεύω πως είναι αντίστοιχα, συνειδητοποιεί κανείς πόσο σπάνιες πρέπει να είναι τελικά τόσο η αγάπη όσο και η φιλία, ώστε να μην είναι τόσο εύκολο να έχεις φίλους όλους τους γνωστούς σου ας πούμε (!).

κιδσ2Ανεβαίνω στο λεωφορείο με αυτόν τον μακρόσυρτο συλλογισμό (είμαι τρελή, είμαι παράξενη-για κάποιους). Το εισητήριο καίει στην χούφτα μου, όπως κάθε υλοποιημένο σύμβολο. Το τοποθετώ στο στόμα του μηχανήματος. Μία στιγμή μετά κάθομαι ήδη δίπλα από ένα παράθυρο. Έξω βρέχει ελαφρά, σαν φιλικό χάδι στην πλάτη… Σκέφτομαι τους δικούς μου αγνώστους, γνωστούς. Τις παρέες, τους φίλους μου. Βλέπω τα φύλλα που σtροβιλίζονται σε μικρές ομάδες. Αφήνομαι (πάντα με μια ενοχή, δεν ξέρω γιατί, όταν σκέφτομαι τόσο πολύ. μάλλον επειδή δεν ξέρω αν κάνω περισσότερο κακό παρά καλό.). Κατεβαίνω στην καθορισμένη στάση. Πέντε λεπτά περπάτημα και βρίσκομαι ήδη μπροστά από την πόρτα του νωχελικού μαγαζιού.

Σπρώχνω το ξύλο. Βρίσκομαι αμέσως ανάμεσα σε ένα σωρό αγνώστους-εν δυνάμει-γνωστούς. Προσπερνώ και ανεβαίνω τα σκαλιά. Σκάω ένα χαμόγελο σε όλα τα πρόσωπα της παρέας και χαρίζω ένα φευγαλέο φιλί στον καθένα τους και μετά κάθομαι ευτυχής ανάμεσά τους και τους κοιτώ. Κρυφά, ήσυχα τους παρατηρώ. Καθώς μιλούν ο ένας στον άλλον, σκύβουν, τείνουν το αυτί τους. Απλώνουν τα χέρια τους, σταυρώνουν τα πόδια τους, τα ξε-σταυρώνουν. Στρέφονται, απομακρύνονται κι επιστρέφουν. Χαμογελούν, αφαιρούνται, καπνίζουν, φωνάζουν και γελούν. Μιλούν μαζί συγχρόνως, μιλούν μεμονωμένα, σιωπούν. Ποιους απ’ όλους αυτούς αγαπώ πραγματικά; Με ποιους είναι αμοιβαίο το συναίσθημα; Φυσικά και ξέρω τις απαντήσεις 🙂

Θυμάμαι όσα σκέφτηκα, όσα σας είπα μέχρι τώρα και αναρωτιέμαι κάτι μικρό και τελευταίο: Πόσους πραγματικούς φίλους μπορούμε να κάνουμε άραγε; Πολλούς ή λίγους; Αλλά έχω ήδη την δική μου απάντηση και σε αυτό. Προς το παρόν ηρεμώ και απολαμβάνω τις παρουσίες τους, τώρα αυτήν την στιγμή που τους αγγίζω. Κοιτώ το παράθυρο. Έξω βρέχει ελαφρά, σαν φιλικό χάδι στην πλάτη… Μέσα βρέχει ζεστά σαν.. χαρμολύπη.

κιδσ1

Επανερχόμαστεεε!

Απομυθοποιώντας κάπως το τέρας της μοναξιάς

tumblr_mmn77s3S4b1qgjdl2o1_1280Σημειώσεις (ελάχιστα διασκευασμένες) από ένα πρόχειρο ημερολόγιο, μερικούς μήνες πριν:

Τον τελευταίο χρόνο υπάρχουν μέρες που με κυκλώνουν φόβοι. Λένε βέβαια οι ψυχολόγοι, ότι η πηγή κάθε φόβου είναι ο φόβος του θανάτου. Ότι, αν ψάξει κανείς προσεκτικά μέσα στην ουσία ενός οποιουδήποτε φόβου, θα αντικρίσει τον φόβο του θανάτου. Λοιπόν, δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει και πώς γίνεται να συνδέεται ο φόβος του να μείνεις μόνη με τον θάνατο- ή μάλλον ξέρω (ο φόβος του να πεθάνεις μόνη και του ό,τι συνεπάγεται αυτό…?) αλλά προς το παρόν θα προτιμούσα να εστιάσω στον φόβο της μοναξιάς. Συνέχεια ανάγνωσης «Απομυθοποιώντας κάπως το τέρας της μοναξιάς»

Ο ν ά ρ κ ι σ σ ο ς

»the mind was dreaming. the world was its dream.»

1336Μια φορά κι έναν καιρό μία ολόμαυρη αρχοντική γάτα με ζαφειρένια μάτια προχωρούσε νωχελικά στην αυλή ενός σπιτιού που το κύκλωνε ηδονικά ένας νάρκισσος. Καθώς περπατούσε κατά μήκος του μεγάλου κήπου ανάμεσα από τους θάμνους και τα λουλούδια, παρατήρησε ένα μεγάλο παράθυρο. Τι παράξενο.

Πίσω από το τζάμι είδε ένα κοριτσάκι να κλαίει τρομαγμένο κοιτώντας τον ουρανό. Μόλις είχε διαβάσει ένα παραμύθι: Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ν ά ρ κ ι σ σ ο ς»

(εκεί)

 ..Καμιά φορά μεσα στα κίτρινα φύλλα που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στον αέρα και το χώμα, στα πουλιά που έρχονται με καινούργια ρούχα πάντα, στους  πυρήνες ενός ανθρώπου, στα χέρια, στα χαμόγελα..

ακούγεται αυτή η μουσική..

και κάτι Υπάρχει

εκεί που δεν μπορώ να το εξηγήσω σε κανέναν.

 υυυυυ

 

Ήθελα να σας πω

images  Μετά από μεγάλο διάστημα απουσίας με περιστασιακά και »χαζούλικα» posts, συνειδητοποιώ ότι μου είναι δύσκολο πλέον να γράψω, όπως έγραφα στις αρχές εδώ. Ελεύθερα δηλαδή χωρίς φιλτράρισμα και άχρηστες σκέψεις. Αυτό φυσικά προέκυψε μέσα από πολλές καταστάσεις και πράγματα που συνέβησαν. Οι προταιρεότητες άλλαξαν, η έμπνευση για κάτι μεγάλο θάφτηκε κάπου που δε θυμάμαι, αλλά και η ψυχολογική κατάσταση δεν είναι στα καλύτερά της τώρα που μισεύει το καλοκαίρι.

  Δηλαδή ξαναβλέπω στην συμπεριφορά μου ένα παλιό κομμάτι του εαυτού μου που το είχα σμιλέψει, το είχα καλυτερέψει. Αρχίζω πάλι να κλείνομαι, να μη λέω πολλά για σημαντικά πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν μέσα μου, επειδή τα γεγονότα μου έδειξαν πως ήταν και είναι χειρότερα που τα εμπιστεύτηκα. Και τα εμπιστεύτηκα σε σημαντικούς ανθρώπους για την σημασία των οποίων τώρα αμφιβαλλω. Από πάντα πίστευα πως το πιο έξυπνο και ωραίο είναι να μη λες πολλά (πολλά ουσιαστικά) σε πολλούς. Αλλά, στην προσπάθειά μου να γίνω πιο κοινωνική μαζί με τις χαρωπές »βλακείες» που αράδιασα (και καλά έκανα, δεν μετάνιωσα, αφού μόνο ωραίες στιγμές προσέφεραν)  μου ξέφυγαν και πράγματα που καλό ήταν να μην ακουστούν. Αυτό φυσικά είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές να πληγωθώ.

FilecHxbLm6WT3zXJu0510132514  Συνέχεια ανάγνωσης «Ήθελα να σας πω»