Οδύσσειες

1.a.Οδύσσειες

Νυχτερινά ταξίδια της σκέψης και του ορθολογικού πνεύματος που δεν έχει πάψει να πιστεύει στο άπειρο. Εκείνο που εσωκλείουμε στους νευρώνες και στις φλέβες μας, στο κόκκινο που ρέει διακλαδωτά βουίζοντας σαν έντομο στις μεγάλες λεωφόρους και τις ενοποιητικές ριψοκίνδυνες διαβάσεις και που γυρίζει στα φανάρια και τα ρολόγια. Στο μεγάλο τούρκικο παζάρι που διατρέχεται από το άρωμα του φιστικιού και της πάπρικας και που οι ήχοι του φωλιάζουν στα γένια του ιμάμη, σαν ζαλισμένες σφήκες στους πάγκους με τους καρπούς της φύσης, στις ερήμους στην πλάτη των καμηλιέρηδων, στις κρυφές γραφές στις σελίδες των ματιών, στους αντικατοπτρισμούς του Ηράκλειτου κάτω στο ποτάμι. Αυτοί που με κόπο και με χρόνο  μέσα από το κρυστάλλινο κουκούλι του νερού, τον γενεσιουργό χωμάτινο πάτο, τα ρίσκα των δασών και την ελευθερία του ανέμου από ψάρια, ερπετά, θηλαστικά και πουλιά γίναμε άνθρωποι. Το άπειρο, που μας γέννησε και που δημιουργούμε πάλι σε μία ανάσα ανακύκλωσης του χρόνου, παίρνοντας τον καπνό και δίνοντάς τον πίσω, είναι τα φτερά μέσα μας και η αρχετυπική χροιά του Οδυσσέα που ξεκινά σκαρφαλώνοντας από τα βάθη των αιώνων κι επιστρέφει πάλι και πάλι. Έχουμε τόσα να πούμε για την διαδρομή αυτήν από νησί σε νησί κι από κόσμο σε κόσμο-που σιωπούμε και δεν ψελλίζουμε τίποτα κι έτσι φωνάζουμε ηχηρά τα πάντα. Ξεχάσαμε όσους κώδικες, όσα κλειδιά-γράμματα-πρόσωπα αφήσαμε πίσω μας, τώρα περνάμε από καινούργιες πόρτες. Από έννοιες εξαϋλωμένες στα φαινομενικά ανύπαρκτα. Τώρα δεν υπάρχουν λέξεις για να σας περιγράψουμε αυτό που είδαμε, γιατί αυτό που είδαμε ήταν άπειρο και δεν το χωράει η Γλώσσα ή ο Νους. Επειδή αυτό που είδαμε είμαστε εμείς. Επειδή αυτό που είδαμε είσαστε εσείς που δεν έχετε γίνει ακόμη.

Advertisements

Ιμπρεσσιονιστικό

 1.a.afternoon

Το απόγευμα αυτό τόσο μοναχικά στεγνό ξεμένει στο ημερολόγιο της μέρας να ανεμίζει σαν ξέθωρο σεντόνι επάνω στο φαγωμένο σκοινί. Το φως του κατρακυλά λοξά απ’ το παράθυρο. Κάτω ο δρόμος ανασύρει από μακριά τους ήχους των ανθρώπων. Αυτοί που αγαπούν, που αναστενάζουν, που παρατηρούν κι εκείνοι κάτω από τα μπαλκόνια και κρυφά επιθυμούν να βγουν. Αυτές οι αμοιβάδες -οι αβάσταχτα στοιβαγμένες σε παράθυρα αμοιβάδες- που γράφουν, παρακολουθούν, κοιμούνται. Ο αέρας βουτά στα μαλλιά τους παίρνοντας λίγες από τις λέξεις να τις μεταφέρει στα νησιά να τις γυρίσει με τους ανεμόμυλους. Σκόνη και σκουριά είναι τα υλικά αυτού του λιωμένου καιρού που περνά αργά μπροστά από τα τζάμια. Μέσα από το μισοσκόταδο αναδύεται κάτι που ανάβει το φανάρι του πέρα φάρου. Η μουσική του κάτω πατώματος ίσως είναι το μόνο που βοηθά στο μέτρημα των ημερών και στη διαγραφή τους επάνω στο μαρμάρινο χέρι του απείρου. Λίγο πριν γυρίσει ο δείκτης η μνήμη μετουσιώνει τα επόμενα βήματα σε πέτρα. Μέσα από το μισοσκόταδο που σε λίγο γίνεται σκοτάδι εμφανίζονται πρόσωπα που βγαίνουν από τη λήθη για να πάρουν μια ανάσα. Αλλά ένα δάκρυ βαρύ σαν διαμάντι κόβει το μάγουλο αφού δεν τα αναγνωρίζει κανείς πια. Όλα τα μάτια φαίνονται άδεια, όλα τα δόντια κίτρινα και θολά. Μα όλα τα χαμόγελα σιωπούν ειρωνικά, καθώς ξεθωριάζουν κι αυτά κάπως ιμπρεσσιονιστικά.

Πολαρόιντ

(⇒μουσική)

Κάτι μ’ έχει πιάσει -λες να είναι εκείνη η ανώνυμη φαγούρα που επιστρέφει;- και ξηλώνω το παρελθόν. Βελονιά-βελονιά το αφήνω να ξεφτίζει και να διαλύεται στα δάχτυλά μου σαν δίχτυ που αποδομείται. Μετρώ τις αναμνήσεις προσωπικού και παγκόσμιου τύπου και ζωγραφίζω συλλογισμούς επάνω τους, καθώς τις σκορπάω στο πάτωμα σαν γυαλιστερές πολαρόιντ. Η ιατροδικαστής, επιστρατεύει το βλέμμα της μελετώντας τα σημάδια. Συλλέγει ψηφιδωτά στοιχεία, κάνει μία απόπειρα να τα αρχειοθετήσει πριν σκορπίσουν επάνω μου σε μελανά χρώματα και καταγράφει αναδρομικά την πορεία του εγκλήματος. Έπειτα, μου προτάσσει τη λίστα με τα πορίσματα κι εγώ υπολογίζω συνέπειες και κόστος. Ακουμπώ στο σώμα μου. Αφουγκράζομαι λέξεις και στιγμές. Ακροπατώ μην τυχόν και πετύχω κανένα ευαίσθητο νεύρο που κάνει ομοιοκαταληξία και προκληθεί ταραχή. Μακριά από τέτοια αραχνιασμένα πλαίσια έκφρασης, ανάμεσα στους αιώνες επιθυμώ να μάθω να είμαι κορίτσι της εποχής μου. Άραγε υπάρχουν όντως τέτοιες εποχές για να ανήκουμε-να σκεπαζόμαστε, όταν έχει κρύο; Στο καλειδοσκόπιο των περασμένων και πεθαμένων ωρών χορεύω, ακροπατώ και ζαλίζομαι, καθώς προσπαθώ να ενστερνιστώ-να αποκρυπτογραφήσω τον ρυθμό της μουσικής. Πέφτοντας κατακόρυφα με τη μορφή βροχής από τα μεγάφωνα του ουρανού ο ήχος τραυματίζει τα αυτιά μου, κι εγώ παραπατώ και πέφτω και σηκώνομαι ιδρωμένη κοιτώντας ολόγυρα το πολύχρωμο κέντρο του κόσμου. Τα φώτα σκάνε στα ρουθούνια και το πρόσωπό μου. Κάτι μυρίζει όπως η σκουριά. Χτυπάω με φόρα την πόρτα του μπαρ τσατισμένη, αφού μια στιγμή πριν ήμουν εκεί και χόρευα. Βγαίνει ο τύπος με το καπέλο, μα μια απόκοσμα δυσανάλογη σκιά καλύπτει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Μου λέει βραχνά «πέρασε η ώρα, η στιγμή, ο αιώνας κι η εποχή» και τότε όλα ρέουν με έναν παράδοξο τρόπο σαν ρευστοποιημένα σχήματα προς τα κάτω στον υπόνομο. Ένα βλεφάρισμα και η πόρτα, ο άντρας, το μπαρ εξαϋλώνονται. Η εποχή δεν υπάρχει πια, απομένουν μονάχα τσαλαπατημένες και μεταποιημένες οι φωτογραφίες, τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ της διάσπαρτα στα πλακάκια της κουζίνας.

(⇒μουσική από το μπαρ)

Στιγμιαία αφάνεια

1a-highhopes
Όταν στο τέλος γυρνάς άδεια από εκεί που στεκόσουν το απόγευμα σε ένα νέφος ασυναρτησίας, με τους λόγους να παραδέρνουν σαν ακυβέρνητα κορμιά-διψούν σαν αθώα πονηρεμένες γάτες-σιωπηλά. Κι όταν φτάνεις πάλι στον δρόμο που χιλιάδες και μία φορά έχεις τραβήξει σαν γραμμή αναρχική κι εκείνη τη διάφανη στιγμή σου δείχνει ξένος. Κι όταν το φύλλο σπάει σε δεκάδες απίθανες διαδρομές του δάσους στο μυαλό σου, απάνω ανεβασμένη στην απελπισία της εύγλωττης σιγής. Εκεί που ξεκούραζες το βλέμμα σου σε θολές προτάσεις, με τις ψευδαισθήσεις να περνούν, γεμάτο το δωμάτιό σου από σαβούρα και λυπητερά μακροβούτια σε χαρτιά με κλαμένους κωλο-χαρακτήρες. Εκεί στον χρόνο απάνω, που έγερνες στον κορμό του και απαθανάτιζες τον φλοιό του ήλιου κι ονειρευόσουν τον ασβέστη. Το δευτερόλεπτο το θαλασσί, το σκεπασμένο με το σεντόνι ενός εφηβικού ονείρου. Όταν στην αρχή άκουσες μία άναρθρη κραυγή-εκείνη τη στιγμή που βγήκες από την τρύπα-πριν ακόμα έσπειρες την μετάνοια. Απόμακρη εδώ τριγύρω να υφαίνεις την ιστορία ενός μικρού θεούλη. Πού να φανταζόσουν ότι έχει τέτοια πυκνότητα το σκοτάδι, που απλώνεται αραιά ανάμεσά μας. Και πάλι και πάλι όταν στο τέλος γυρνάς ξέμπαρκη, με ένα τσιγάρο κι ένα αρχαίο αστείο-το εισιτήριο για έναν άλλο κόσμο-χωρίς σχήμα-χωρίς θυμό-χωρίς φως-χωρίς σκοτάδι, λαλιά, νου, σύνορο, αρχή,τέλος-μια ροπή ανίκητη για την ανυπαρξία.

Η μικρή φαγούρα

kimnovak2

 Λασπονέρια και σαπισμένα κωλόχαρτα, σακούλες, γόπες και καμένα χαρτιά. Ένα επίπεδο είναι το πάτωμα κι όλα γυαλιά καρφιά. Άλλο επίπεδο είναι το σώμα. Ραγισματιές και τρύπες στα υγρά μάτια οι συναισθηματικές μας αντιθέσεις -μας δημιουργούν νυσταλέα φαγούρα. Ο κόσμος με διώχνει κι εγώ διώχνω τον κόσμο, καθώς συνυπάρχουμε στο μεγάλο σανίδι καβαλώντας άκαιρες μεταπτώσεις, παλεύοντας με όλα -πάντα προσποιούμενοι πως είμαστε ίδιοι. Απάνω στην ερμηνεία του προσωπικού μας μονολόγου, πώς να μην μας τρώει την ευτυχία ο αδιάφορος περαστικός; Εμείς καταπίνουμε ηττημένοι τη σκουριά του χρόνου δοσμένοι σε μια σισύφεια δυστυχία. Η μόνη μας αγωνία είναι να δούμε βράδυ τις ειδήσεις και να καταφέρουμε να ανεβούμε κι εμείς στο βάθρο της γενικευμένης ματαιότητας. Σε ένα έδαφος που σκάει έκρυθμα και ρυθμικά τις ψευδαισθήσεις απάνω στις τρίχες των κεφαλών κάνουμε επανάσταση ανεβαίνοντας με τα πόδια στον καναπέ. Πριγκίπισσες σε αχυρένιο κάστρο, ασβεστώνουμε τα εγωκεντρικά αισθήματά μας και κάνουμε εθελοντισμό σε ανεξάρτητα θεατράκια και ξένα σπίτια. Περιμένουμε σε ένα δωμάτιο που δεν μας θυμίζει τίποτα απολύτως. Ψαχουλεύουμε στις στάχτες των άλλων –μήπως χουφτώσουμε κανένα χαμένο κέρμα. Περιμένουμε –όλο περιμένουμε κάποιον να μας αναλάβει, να μας χαρίσει έναν εαυτό. Όλοι μια πίκρα και μια θλίψη μεγάλη. Όλοι εξαφανισμένοι κι οι πάντες εδώ μπροστά γυμνοί σε έναν παράταιρο κυκλικό χορό. Τώρα το πρόσωπο ένα επίπεδο έγινε κι αυτό. Η μεθυσμένη αναζήτηση παραμόρφωσε ανάγκες και επιθυμίες, όλες των γνωστών ξένων. Έπειτα, τα βλέμματα μετατράπηκαν σε φορείς ψεύδους και τρίλεπτων πυροτεχνημάτων. Πουλάμε κι αγοράζουμε και πάλι αντιστρόφως, σκοτώνοντας την ασίγαστη βαρεμάρα μας ενώ διαβάζουμε στο καφέ Καζαντζάκη-Νίτσε, παραδομένοι στην φασαρία του μαζικού παροξυσμού. Αναπαυόμαστε στην καρέκλα κάποιου κινηματογράφου, χαζεύοντας ασπρόμαυρα ευνουχισμένα όνειρα, ενώ σε όλα αυτά που κάποτε ξεκαθαρίσαμε ρίχνονται σαν τραπουλόχαρτα οι σκιές ενός εσώτερου χειμώνα. Λεπτές φέτες -το φως τώρα πέφτει σε μια γειτονιά πολύ παλιά, σε μια παρέα γνώριμα ξένη. Οθόνες θρύψαλα, πέτρες, σπασμένα μολύβια και τασάκια αποξεχασμένα. Το πάτωμα της ψυχής, τα πλακάκια του μπαγιάτικου μπαρ, η μπύρα κι όλη αυτή η τρομερή φαγούρα, δεν έχουν όρια. Τι σύμπτωση. Οι μισοτελειωμένοι στίχοι, οι φιλίες των λύκων πήραν άχρονη παράταση ξανά.

 

Μέσα στο Κωλοχανείο*

Είμαστε τα λησμονημένα άτομα, περιδιαβαίνουσες στραφταλιστές αμοιβάδες. Τσακισμένα μόρια που έγιναν νομάδες. Πλέκουμε στον ελεύθερα μικροπρεπή χρόνο μας συρματοπλέγματα που αρμέγουνε την αβάσταχτη ανθρωπιά. Αίμα τρέχει από την συλλογική άλαλη πληγή. Και τότε γδέρνει ύπουλη η λύπη την άπληστη ευτυχία μας. Βροχή ασίγαστη που πέφτουν τα λασπονέρια- στα χαντάκια έρπει ηττημένος ο ακάθεκτος εγωισμός. Με τόσο ευφάνταστα ψέματα άλλαξε τροχιά κι ο φτωχός θεός. Πάντα θεάνθρωπος και αριστερός πηδά χαλαρά σε δεξιόστροφους ρυθμούς ένας βρώμικος θνητός. Κι αχ τα βάσανα δεν έχουν τελειωμό: Σκέψεις, λέξεις, φράσεις βελόνες βουντού στο χέρι της κυκλοθυμικής μοίρας-με τσάι γνέθει πολύχρωμες ψευδαισθήσεις. Όλα πασπαλισμένα με άκαιρο θρησκευτικό παράπονο. Περπατά ο άνθρωπος μονάχος στη βροχή του φωτός πλάι στα δέντρα, στα ποτάμια και στα ζώα. Περνά υπογείως από τις απολαύσεις. Κανένας ανάμεσα στα απανωτά ποτά και τα άδολα ξενύχτια. Κάποιος απουσιάζει. Κάποιος παραπατά στα ξεροχώραφα της καταναλωτικής αδιαφορίας. Μπαινοβγαίνει στα χαμαιτυπεία και στα καφενεδάκια με τσιγάρο ή κιμωλία. Αδιαπέραστα ταξίδια του μυαλού σε εσοχές και τρύπες. Καρτέλες, ρόλοι και τιμές για να διευκολυνθεί το μάταιο να διαβεί-να διαπεράσει το ναρκωμένο ρολόι της αιώνιας ημέρας. Ποτέ σου άξεστε δεν θα το βρεις. Οι τσέπες όλες τρύπιες, τα κέρματα τα εξαργύρωσε αλλάζοντας ρούχα η απερισκεψία. Ποτέ σου άμοιρε δεν θα το γνωρίσεις. Η ηλιθιότητα σαν πρωτάρα μαζικά κάθε μέρα πιάνεται στην φάκα. Κι ας αγναντεύεις τις νύχτες τους αστερισμούς- τα μάτια των γέρικων αδέσποτων στη στάση πλημμυρισμένα θυμούνται παλιούς σκοπούς των λύκων. Αυτά έβγαλαν τον ψίθυρο από το πιθάρι των φιλοσόφων: τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει. Εγώ. Εγώ που αφουγκράζομαι το ποίημα του πλάτανου, εγώ που αναδεύω μέσα στα κύματα, στην ανυπαρξία και στην ύπαρξη-στην ευδαιμονία και στη μελαγχολία. Πέρα εκεί στη θάλασσα-στου ποτηριού το κύμα- που διαισθάνεται αυτό που πρόκειται να ξυπνήσει μέσα από το σκοτάδι κι από τα σωθικά της. Το μωρό ενός θαυμαστού έτερου κόσμου. Οι πινακίδες που με οδηγούν μου στερούν τον προορισμό. Το ταξίδι μου δυσβάσταχτο-ζέχνει βλακεία. Γιατί τώρα κοιτώ κι εγώ τις τσέπες μου-με ξεγέλασε ο εαυτός-άφραγκη κι εγώ από Χρόνο και αξίες- λυπάμαι, χωρίς υπερβολές…

 

 

 

Το Soundtrack :

 

*Οι Λάργκο δεν έχουν κλείσει χρόνο από τότε που έσκασαν μύτη θαρρώ. Πρόσφατα τους απόλαυσα σε live εμφάνιση. Σας πληροφορώ ότι είναι τόσο μαγευτικοί (κι ακόμα πιο πολύ) όσο ακούγονται από εδώ. Είναι φανερό πως η μουσική τους αποτέλεσε στήριγμα κι έμπνευση για αυτό το ξεχαρβαλωμένο ποίημα.

Η επίσκεψη του τρωκτικού

1-cat

Τα φύλλα και τα δάκρυα πέφτουν το φθινόπωρο. Όλα ψήγματα από το ψηφιδωτό της εποχής. Συνθέτουν τους καθρέφτες που βρίσκονται στους δρόμους, στους φανοστάτες, στις βιτρίνες, στις πινακίδες, στις διαλέξεις, στα μάτια όλων. Και οι καθρέφτες καλύπτοντας όλες τις διαστάσεις, πάντα να δείχνουν αυτό που δεν αντέχουμε να δούμε. Κάτι που μας κυνηγάει όπου κι αν πάμε ή βρεθούμε, γιατί είναι ένα μικρό τίποτα που κάθεται σφιγμένο μέσα μας. Σαν λαθραίος ποντικός που μπήκε στο πέτρινο σπίτι  της ψυχής μας και χώθηκε στην πιο κρυφή γωνιά. Αυτό είναι το τίποτα. Τόσο συμπαγές, τόσο υλικό, τόσο βαρύ, τόσο θλιμμένο. Και γιατί το λένε τίποτα; Ίσως επειδή δεν έχει σχήμα ούτε φωνή ούτε καταλαμβάνει χώρο. Βολεύεται στο πάντα. Δεν το βλέπεις, δεν το αισθάνεσαι. Μονάχα το σκέφτεσαι. Το μπάζεις αυθόρμητα- κατά λάθος- μία απερισκεψία της κούρασης- στο μυαλό σου κι αυτό ξεκινάει ευθέως κι ευθαρσώς να κατατρώει τους τείχους του, γκρεμίζοντας τα όρια. Και τότε το δωμάτιο πλημμυρίζει εξαϋλωμένη θλίψη και άκαιρο παράπονο σαν παρενέργειες ψυχοτρόπων χαπιών. Κουταλάκια του γλυκού, ασπιρίνες, πετσέτες, πιάτα, φυτά, παράθυρα όλα γυρίζουν ομόκεντρα στο κεφάλι της νοσταλγίας. Κοιτάς με άδειο βλέμμα το πλυντήριο την στιγμή που ο λαθραίος ξενιστής έχει καταβροχθίσει και το τελευταίο καλώδιο που σε συνέδεε με την πραγματικότητα της καθαρής ψυχής.